ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

Είθισται στο τέλος κάθε χρονιάς να σημειώνονται τα σπουδαιότερα γεγονότα που συνέβησαν κατ’ αυτήν. Ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα, αξιωτικά και απαξιωτικά του πολιτισμού μας, όπως τεχνολογικές και επιστημονικές νέες κατακτήσεις, πολιτικές εξελίξεις, συγκρούσεις κοινωνικές και εθνικές όπως και καταστροφικές Θεομηνίες. Οι αναφορές ωστόσο σε πνευματικά γεγονότα και τα παρεπόμενά τους είναι πολύ λίγες, ίσως επειδή δεν εντυπωσιάζουν το ευρύτερο κοινό και δεν αναφέρονται στις αναζητήσεις του.

Από τα γεγονότα του απελθόντος 2006 η αναφορά μας θα γίνει σε ένα σημαντικό πνευματικό γεγονός, με ιδιαιτέρας σημασίας εκκλησιαστικές, πολιτικές και εθνικές παραμέτρους. Το γεγονός αυτό ήταν η επίσκεψη του νέου προκαθημένου της Ρωμαιοκαθολικής χριστιανοσύνης, πάπα Ρώμης Βενεδίκτου ΙΣΤ, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και η ανεξάρτητη από αυτήν επίσκεψη του προκαθημένου της Ελλαδικής εκκλησίας αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου στο Βατικανό.

Τα δύο αυτά συγγενή γεγονότα του παρελθόντος έτους, λόγω της ιδιαιτέρας και βαθυτέρας σημασίας τους, επρόβαλλε και τούτο προς έπαινόν της  η κρατική ελληνική τηλεόραση με κάθε λεπτομέρεια, σε πολύωρες αποκλειστικές παρουσιάσεις. Βέβαια ήταν επόμενο λόγω ελλιπούς εκκλησιολογικής και εκκλησιαστικής ιστορικής γνώσεως των παρουσιαστών και σχολιαστών ή και ελευθέρας εκφράσεως προσωπικών τους απόψεων, να γίνει χρήση αδοκίμου και λανθασμένης εκκλησιαστικής ορολογίας και εκτιμήσεων. Αυτό συνέβη και στην σχετική αρθογραφία του τύπου. Ο αδόκιμος αυτός τρόπος παρουσιάσεως δημιούργησε ένα συγχυτικό κλίμα και οδήγησε στη διαμόρφωση δύο αντιθέτων ακραίων συμπερασμάτων και απόψεων.

Η πρώτη ότι οδηγούμεθα προς ένωση των εκκλησιών, με ασυγχώρητο παραθεώρηση όλων των δογματικών διαφορών σε βασικά άρθρα της παραδοθείσης Πίστεως και της διαμορφωθείσης μακραίωνος εκκλησιαστικής συνειδήσεως αμφοτέρωθεν. Εις αυτήν την εντύπωση συνετέλεσε και η παρερμηνευθείσα πρόταση περί «ενότητος» των εκκλησιών δια την από κοινού αντιμετώπιση της σύγχρονου πολυειδούς κρίσεως και των κοινών εχθρών.

Η δευτέρα εντύπωση ότι οι συναντήσεις αυτές συνιστούν ένα επικίνδυνο άνοιγμα προς τους ετεροδόξους της Δύσεως, και μια έναρξη ανεπιτρέπτων αναγνωρίσεων, συμβιβασμών και υποχωρήσεων, που συν τω χρόνω θα διολισθήσει σε μιάν αλλοίωση της ορθοδόξου ομολογίας και εκκλησιαστικής υποστάσεως με ένα μελλοντικό σχήμα πλασματικής ενώσεως.

Η πρώτη περί ουσιαστικής προσεγγίσεως και διαφαινομένης στον ορίζοντα ενώσεως ενισχύθηκε από την Θεολογική και ιστορική στις σχέσεις των δύο εκκλησιών άγνοια και τον τρόπο θεωρήσεως της Εκκλησίας. Πολλοί την βλέπουν ως ένα απλό θρησκευτικό Θεσμό με εγκόσμιες διαστάσεις ή μια ιδεολογία, και σύνολο το γεγονός ως προσπάθεια προσεγγίσεως προς άμβλυνση των διαφορών και τριβών ρωμαιοκαθολικών και ορθοδόξων, με ένα νέο πνεύμα ως εκείνο που οδήγησε στη δημιουργία της ηνωμένης Ευρώπης, ή ως μία συνάντηση αρχηγών κρατών που θα διαπραγματευθούν με αμοιβαίες παραχωρήσεις την λύση των διαφορών τους και τη δημιουργία μιας «oμoσπoνδίας» συγγενών λαών! Συνέπεια τούτου όλες εκείνες οι ανακρίβειες και λανθασμένες εκτιμήσεις.

Η δευτέρα εκ διαμέτρου αντίθετη εντύπωση και άποψη ενισχύεται και τεκμηριώνεται σοβαρώς από τις ουκ ολίγες τραυματικές εμπειρίες του ορθοδόξου πληρώματος από τους Ρωμαιοκαθολικούς, από του σχίματος έως σήμερα, και την εμφανή διάθεση υποταγής της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Προς τούτο και από την αποτυχία των μέχρι τούδε προσπαθειών προσεγγίσεως (περίπου δεκατεσσάρων!) με αποκορύφωμα την «σύνοδο» Φερράρας Φλωρεντίας (1438-39) λόγω τότε της παπικής αδιαλλαξίας, και τις εν συνεχεία νεότερες άκαρπες προσπάθειες, περισσότερον όμως από την διατήρηση και την επ’ εσχάτων αναδραστηριοποίηση στις ορθόδοξες ανατολικές χώρες της προσηλυτιστικής Κινήσεως της Ουνίας. Έτσι, όχι αδικαιολόγητα, θεωρούν άκαρπη και επικίνδυνη κάθε κοινωνία των δύο εκκλησιών. Επικαλούνται μάλιστα όσοι έχουν την δευτέρα ως άνω εντύπωση και άποψη, τη σύσταση του ευαγγελιστού Ιωάννου (Β’ Ιωάννου επιστολή στιχ. 1ο) προς τους χριστιανούς, για τις σχέσεις τους με τον μη ομολογούντα την ορθή πίστη «και χαίρειν αυτώ μη λέγειν», καθώς και κάποιους εκκλησιαστικούς Κανόνες ερμηνεύοντας τους «κατά γράμμα».

Πώς πρέπει να δούμε το γεγονός αυτών των συναντήσεων ώστε να κάνομε μια σωστότερη κατά το δυνατόν εκτίμηση;

Η πρώτη θεώρηση, περί ουσιαστικής προσεγγίσεως και προοιωνιζομένης, όχι μακράν, ενώσεως, είναι εκτός πραγματικότητος, γιατί ξεκινά από εσφαλμένες θέσεις και εκτιμήσεις και στερείται πάσης τεκμηριώσεως. Επομένως, περιττός ο επανασχολιασμός της. Η δευτέρα σχολιαστέα και συζητήσιμος. Ωστόσο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και στις δύο θεωρήσεις για τις επισκέψεις αυτές αγαθή πρόθεση.

Ως προς την δευτέρα θεώρηση, προτού σηκώσουμε την «Ευρυβιάδειο ράβδο» εν ονόματι της Ορθοδοξίας, κατά πάσης κοινωνίας με τους ετεροδόξους, αναμένοντας την από μέρους τους, αδύνατο εκ των πραγμάτων και εκ προοιμίου, υποχώρηση, θα πρέπει κατά την ταπεινή προσωπική μου γνώμη:

α) Να απεγκλωβιστούμε από ένα κακό παρελθόν που χαρακτηρίζουν ατυχείς και ανεπιτρέπτους ενίοτε προσεγγίσεις, όπως εκείνην του αστάτου και νοσούντος περί την πίστιν πατριάρχου Κων/πόλεως Ιωάννου Βέκου (127551282) παλαιότερα, και Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) αργότερα. Προσεγγίσεις και ενωτικές προσπάθειες που έγιναν υπό την πίεση πολιτικών και εθνικών σκοπιμοτήτων και εκβιασμών της εποχής εκείνης, καθώς και των άλλων προ της Αλώσεως της Πόλεως χρόνων, υπό την σκιάν του επερχομένου εθνικού ολέθρου. Είναι υπερβολή να τις εξομοιώνουμε με τις σύγχρονες επισκέψεις και τον επιχειρούμενο Θεολογικό διάλογο. Στη σύγχρονη κινητικότητα για προσέγγιση των εκκλησιών υπάρχει ένα διαφορετικό κλίμα και εκφράζεται η νοσταλγία της αρχαίας αποστολικής ενότητος που διεσπάσθη με το σχίσμα ή τουλάχιστον η επιθυμία για μια επίσημη εκεχειρία προς αντιμετώπιση κοινών εχθρών. Και θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη τον κόσμο του σήμερα. Αναλυτικότερα: α) Τα σύγχρονα εκκλησιαστικά, πολιτικά και θεσμικά δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί εκατέρωθεν, διαφέρουν από των προηγουμένων αιώνων. β) η σύγχρονη παγκόσμια ηθική, πνευματική και κοινωνική κρίση χρήζει αμέσου κοινής και οργανωμένης αντιμετωπίσεως από σύνολη τη χριστιανοσύνη. Σήμερα ο χριστιανισμός, αλλά και ο εξ’ αυτού πολιτισμός, πολεμείται μεθοδικά από τον αθεϊσμό, τον νεοπαγανισμό και την εξάπλωση των ανατολικών θρησκειών, τις πάσης φύσεως «σέκτες» και την νέα επέλαση του Ισλάμ. Ένας όχι απλώς διηρημένος χριστιανικός κόσμος, αλλά και αλληλομαχόμενος, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει την προδρομική εποχή του Αντιχρίστου αποτελεσματικά. γ) πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη την προσωπικότητα των συναντηθέντων εν Κων/πόλει αλλά και εν Ρώμη εκκλησιαστικών ηγετών. Γνωστός ο σεβασμός του πάπα Βενεδίκτου ΙΣΓ προς την Ορθόδοξο Εκκλησία και ο φιλελληνισμός του, καθώς και οι εκκλησιολογικές του απόψεις, περισσότερον φιλελεύθερες των ομοδόξων του, από την εποχή που ήταν καρδινάλιος και πανεπιστημιακός διδάσκαλος στο πανεπιστήμιο του Ρέγκενσμπουργκ της Γερμανίας. Πολύ δε περισσότερο το ορθόδοξο ήθος του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου. Όσον δε δια τον προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο έχουμε άμεσον αντίληψη του ορθοδόξου φρονήματός του, της ηθικής του ακεραιότητος και της συνέσεώς του στις διεκκλησιαστικές σχέσεις δ) τέλος πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως τις εκατέρωθεν προσφωνήσεις ως και τα κοινά ανακοινωθέντα που αφήνουν να διαφανεί καθαρά ότι όχι μόνον καμία παραχώρηση δεν έγινε σε θέματα πίστεως, αλλά απεναντίας, οι ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί μας ηγέτες έδωκαν την ορθόδοξο μαρτυρία χωρίς «φόβον και πάθος» μετά παρρησίας. Στις προσφωνήσεις των ημετέρων προς τον Πάπα, εμμέσως απερρίφθησαν οι παραδοσιακές παπικές εκκλήσιολογικές θέσεις (πρωτείον, αλάθητον, κρατική υπόσταση της Εκκλησίας Κ.ά.Ο.) που έγινεν αποδεκτό, φαινομενικώς έστω, από την σιωπή εκείνου.

Πέραν αυτών των ενδιαφερόντων δεδομένων και συμβάντων, πρέπει να σημειώσουμε και τα συνακόλουθα θετικά στοιχεία που προκύπτουν από τις συναντήσεις αυτές:

α) Την αναγνώριση της Οικουμενικότητος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως β) την επανακατοχύρωσή του απέναντι της Τουρκικής επιβουλής, και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και γ) την επίσημο συμφωνία για την από κοινού εκ μέρους των εκκλησιών αντιμετώπιση των συγχρόνων απειλών της ανά τον κόσμον χριστιανοσύνης και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Για πρώτη φορά στην ανεξάρτητη πορεία της Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας παρουσιάζεται μια τέτοιά πνευματική επίσημη συναντιμετώπιση, ασχέτως των υφισταμένων διαφορών μας. Και όπως εδηλώθη στην κοινή διακήρυξη Πατριάρχου και Πάπα, μια κοινή αντίσταση απέναντι της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας, της σχετικοκρατίας, του μηδενισμού, της παγκοσμιοποιήσεως, του ευτελισμού του ανθρωπίνου προσώπου, της τρομοκρατίας, της εκμεταλλεύσεως των πτωχών, των μεταναστών, των γυναικών, των παιδιών, της καταστροφής του περιβάλλοντος. Μια δύναμη που θα εμπνέεται και ενδυναμώνεται από το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Μετά την προσεκτικότερη και εναργέστερη θεώρηση των συναντήσεων αυτών και την επισήμανση των θετικών τους στοιχείων, διαφαίνεται πλέον ότι παρερμηνεύθηκαν. Ούτε διαπραγματευτική συζήτηση περί προσεγγίσεως και διαφαινόμενης στο εγγύς μέλλον ενώσεως των εκκλησιών έγινε, απλώς διετυπώθη η ευχή, πολύ δε περισσότερο δεν έγινε καμιά δογματική συζήτηση ή παραχώρηση εκ μέρους των ορθοδόξων ηγετών. Οι συναντήσεις αυτές ήταν διαφορετικού χαρακτήρος και περιεχομένου όπως είδαμε. Ούτε κατ’ ουσίαν παρεβιάσθησαν Ιεροί Κανόνες.

Η γνησιότητα της «καλής θελήσεως» για προσέγγιση και από κοινού αντιμετώπιση της συγχρόνου παγκοσμίου κρίσεως από της πλευράς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, θα δοκιμασθεί από την «λυδία λίθο» του χρόνου και των περαιτέρω εξελίξεων. Φυσικό να υπάρχουν επιφυλάξεις, αλλά δεν πρέπει να είμαστε ούτε υπεραισιόδοξοι για μια νέα περίοδο διεκκλησιαστικών σχέσεων, ούτε apriori και αβασανίστως απορριπτικοί.

Μια εσφαλμένο εκτίμηση των εκατέρωθεν προσπαθειών προσεγγίσεως, μπορεί να οδηγήσει σε έναν έστω και λανθάνοντα «διχασμόν» νέων μετηλλαγμένων «φιλενωτικών» και «ανθενωτικών», που θα αποτελούσελούσε μιαν επικίνδυνο πολυτέλεια για τον ελληνορθόδοξο χριστιανικό λαό στις τόσο κρίσιμες ημέρες που διερχόμαστε.

Η ουσιαστική προσέγγιση και, στο απροσδιόριστο μέλλον, ένωση των εκκλησιών είναι η πλέον ζωηρά από τις τελευταίες επιθυμίες του ερχομένου προς το εκούσιον πάθος Θεανθρώπου «ίνα ώσιν εν» (Ιωανν. ιζ’11) οι μαθηταί Του, και όσοι Θα επίστευαν εις Αυτόν. Η «μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» παραμένει διηρημένη επί δέκα αιώνες. Η ουσιαστική προσέγγιση και επανένωση της χριστιανοσύνης δεν είναι υπόθεση κάποιων εκκλησιαστικών ηγετών, αλλά και των εκκλησιαστικών πληρωμάτων, και παρεμβάσεων της Θείας Χάριτος περισσότερον. «Χάσμα μέγα εστήρικται» μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Ο Θεολογικός διάλογος, ο οποίος στην κοινή δήλωση Πάπα και Αρχιεπισκόπου χαρακτηρίστηκε ως «δύσβατος ατραπός», συνεχίζεται βέβαια, αλλά θα είναι αποδοτικός και καρποφόρος μόνον εάν στηριχθεί στην ομολογία και εκκλησιολογία της αδιαιρέτου. Εκκλησίας των οκτώ πρώτων αιώνων, από τις οποίες η Ορθόδοξος Εκκλησία παρά τις ιστορικές της περιπέτειες δεν παρεξέκλινε. Και εάν ακόμη διεξάγεται εν πνεύματι αγάπης και ταπεινώσεως. Το πώς, πότε και επί ποίων θα γίνει η «ένωσις» πραγματικότης, μόνον ο Δομήτωρ της Εκκλησίας γνωρίζει. Εμείς ας κάνουμε όλο και εντονότερο το λειτουργικό αίτημα των Ευχαριστιακών μας Συνάξεων «υπέρ της των πάντων ενώσεως» και ας αναμένομε επ’ ελπίδι.

 πρωτοπρεσβύτερος

ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ