Μάθετε … Τουρκικά

Στις καλοκαιρινές φωτιές που άναψαν κάποιες φυσικές αιτίες, η αμέλεια ή η υστεροβουλία κάποιων εμπρηστών, είχαμε και κάποιες άλλες φωτιές που άναψαν εντός και εκτός του τόπου μας, φωτιές πολεμικών συρράξεων, φωτιές ανατιμήσεων, φωτιές πολιτικών δηλώσεων και αντιπαραθέσεων στο χώρο της παιδείας μας. Ιδιαιτέρας σημασίας η φωτιά που άναψε η υπ’ αριθ. 61539/Γ2 απόφαση του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ. 867/10.7.2006 φύλλο της εφημερίδος της Κυβερνήσεως για τη διδασκαλία της Τουρκικής Γλώσσας στην Α΄, Β’ και Γ΄ τάξη του Γυμνασίου.

Οι αντιδράσεις, παρά τη νάρκη των διακοπών υπήρξαν άμεσες και πολλές εκ μέρους διανοουμένων και συλλόγων, ασχέτως ιδεολογικού χώρου, ώστε να αποκλείεται μια κατευθυνομένη αντίδραση. Και δικαιολογημένα για τους ακόλουθους λόγους:

α) λόγω του αιφνιδιασμού που προκάλεσε, χωρίς καμιά συζήτηση ή διάλογο.

β) λόγω του κατευσπευμένου της και της εποχής που ελήφθη, θυμίζοντάς μας την πνευματοκτόνο απόφαση του 1982, επί πρωθυπουργίας Γ. Ράλλη για την αυθαίρετο καθιέρωση του μονοτονικού, εν μέσω θέρει και μεσονυκτίω, υπό μικράς ομάδος νυσταζόντων βουλευτών, και

γ) για τους επικαλουμένους λόγους της αποφάσεως στο σκεπτικό της που προδίδουν πολλή προχειρότητα και αφήνουν να εννοηθούν «παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν» πολλά και διάφορα …

Η προσεκτική ανάγνωση του σκεπτικού της βιαστικής αυτής αποφάσεως γεννά σοβαρές απορίες, ιδιαίτερο προβληματισμό και δικαιολογημένες υποψίες ως προς την προέλευσή της.

Κατ’ αρχήν η εισαγωγή και η εκμάθηση στη μέση παιδεία μίας επιπλέον των διδασκομένων γλώσσας (παρά την παραφορτωμένη διδακτέα ύλη) δικαιολογείται αφού ανήκουμε σε μια κοινότητα και ένωση ευρωπαϊκών κρατών, πολλώ δε μάλλον γλώσσας γειτονικής χώρας.

Αλλά η Τουρκία δεν έγινε ακόμη μέλος της Ε.Ε. και ενδέχεται να μην γίνει ποτέ λόγω των δικαιολογημένων επιφυλάξεων και αντιδράσεων ευαρίθμων εταίρων μας και της παντελούς αδυναμίας της να εκδημοκρατισθεί. Γιατί λοιπόν να μη εισαχθεί η Ιταλική λόγου χάριν; Μήπως για να συντηρείται η παραπαιδεία; Μα ίσως ‘πει κανείς εκ των παράλογα αισιοδόξων, ότι θα ενταχθεί κάποτε, αλλά τότε γιατί να μην εισαχθεί η διδασκαλία της Βουλγαρικής, Σερβικής, ή και Αλβανικής γλώσσας, που με τους λαούς τους έχουμε και κοινά γνωρίσματα και πολιτισμό και περισσότερα «πάρε δώσε» ή με την Τουρκία; Ή αφού το κωμειδύλλιον με την Τουρκία συνεχίζεται (εξ αφελείας ή και έξωθεν επιταγής) γιατί μαζί μ’ αυτήν να μη διδάσκεται και η γλώσσα των Πομάκων, και των Αρμενίων και των Κούρδων περισσότερο, η οποία τελεί υπό αφορισμόν;

Αυτό είναι και το πρώτο ερώτημα. Προχωρούμε στο σκεπτικό της αποφάσεως.

Λέγει λοιπόν ότι με την εισαγωγή της διδασκαλίας της τουρκικής γλώσσας «επιδιώκεται οι μαθητές να αναπτύξουν την επικοινωνιακή ικανότητα προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την επίσημο γλώσσα μιας γειτονικής χώρας … » Κάτι τέτοιο θα ήταν ευκταίο και δυνατό εάν συνέβαινε και από την αντίπερα όχθη του Αιγαίου που δεν υπάρχει ανάλογη κίνηση ή διάθεση περισσότερο, αφού το πνεύμα, της προσφερομένης παιδείας της γείτονος είναι απερίγραπτα εθνικιστικό, μισαλλόδοξο και ενίοτε ανθελληνικό, όπως γίνεται φανερό από τα σχολικά τους εγχειρίδια.

Τι είδους επικοινωνία θα υπάρξει χωρίς αμοιβαιότητα; Το δεύτερο ερώτημα!

Παρακάτω λέγει, «Να κατανοούν και παράγουν προφορικό και γραπτό λόγο» οι’ μαθητές … Για να φθάσουν σε τέτοιο σημείο μαθήσεως η διδασκαλία της πρέπει να γίνει κύριο μάθημα!

Εδώ, δεν μπορούν τα παιδιά μας να εκφρασθούν στη μητρική τους γλώσσα σωστά, και θα παράγουν προφορικό και γραπτό λόγο στην τουρκική; Ή μήπως θα ασχοληθούν οι γυμνασιόπαιδες με την εξωτερική μας πολιτική και την αμφιλεγόμενη διπλωματία μας στις σχέσεις των δύο χωρών για να βοηθήσουν στην επίλυση των διαιωνιζομένων υπαρκτών και μη ελληνοτουρκικών προβλημάτων; (Κυπριακό, Αιγαίο, Θρακικό, αμφισβήτηση οικουμενικότητας Πατριαρχείου, τύχη ελληνικών μειονοτήτων). Αυτό είναι το τρίτο ερώτημα.

Και συνεχίζει το σκεπτικό της αποφάσεως:

«Η εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας θα συμβάλλει στην ενεργό συμμετοχή σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία και την κατανόηση της διαφορετικότατος … »

Δεν μου λέτε τόσα και τόσα χρόνια, αιώνες, τα εκατομμύρια των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας δεν γνώριζαν και μιλούσαν μαζί με τη μητρική τους γλώσσα ή και αποκλειστικά την Τουρκική μέχρι το 1922;

Ποια «πολυπολιτισμική κοινωνία» από το γεγονός αυτό και ποια «κατανόηση της διαφορετικότητας» των δύο λαών προήλθε όταν, δοθησομένης ευκαιρίας, βρέθηκαν ξένοι και αντίπαλοι; Και διήλθον «δια πυρός και ύδατος» και «στόματος μαχαίρας» οι από χιλιάδων αιώνων γηγενείς Έλληνες; «Πολυπολιτισμική κοινωνία» με ένα λαό και μια ηγεσία που δεν κάνει ούτε ένα βήμα, έστω διπλωματικό, υποκριτικό, προσεγγίσεως και εκσυγχρονισμού; Ένα λαό, μέχρι μυελού οστέων εμβαπτισμένου στο Ισλάμ και το οθωμανικό δίκαιο και μιας ηγεσίας επικίνδυνα εθνικιστικής, ρατσιστικής, ιμπεριαλιστικής και φιλοπολέμου; Μια χώρα που διακηρύττει ασύστολα ότι όχι μόνο θα γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας «όπως είναι» αλλά και θα την «εξισλαμίσει»; Εκτός εάν το σκεπτικό της αποφάσεως εννοεί την αλλοίωση της πολιτισμικής, εθνικής και θρησκευτικής μας ταυτότητος, το τελικό «προσκύνημα» στην γείτονα και την «συγκυριαρχία» στον τόπο μας, λόγω και της πληθυσμιακής και στρατιωτικής της υπεροχής … Τι είδους και εις βάρος τίνος θα είναι αυτή «η συμμετοχή στην πολυπολιτισμική κοινωνία», αφού θα πρέπει εμείς να εξομοιωθούμε με την γείτονα; Είναι το πέμπτο ερώτημα.

Τέλος το σκεπτικό της αποφάσεως λέγει:

«Να χρησιμοποιούν (οι μαθητές) την τουρκική γλώσσα ως μέσο αποκτήσεως νέων γνώσεων και πολιτισμικών εμπειριών … ».

Ποιες είναι αυτές οι «νέες γνώσεις» και «πολιτισμικές εμπειρίες» που θα αποκτήσουν οι μαθητές μας με όργανο την τουρκική γλώσσα από τη γείτονα; Η πλαστογραφία της Ιστορίας που διδάσκουν στα σχολεία τους και εκθέτουν οι ξεναγοί τους στους ελληνικούς αρχαιολογικούς χώρους, προς καγχασμόν των μορφωμένων Ευρωπαίων και Ασιατών τουριστών και η οικειοποίηση του Ιωνικού πολιτισμού; Η κοινωνική τους ζωή με τον εξευτελισμό της γυναίκας, τη μισαλλοδοξία, τη μοιρολατρία, την τριτοκοσμική ζωή και καθόλου οργάνωση; Τις κραυγαλέες καταπιέσεις και βαρβαρότητες από την Κωνσταντινούπολη έως τη Βόρειο Κύπρο και όπου μειονότητες, ιδίως χριστιανικές και ελληνικές; Μα μιλάμε σοβαρά ή παραλογιζόμαστε; Αυτό είναι το έκτο ερώτημα.

Χωρίς περιστροφές και «χωρίς φόβον και πάθος» αφού ακόμη μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη στον τόπο μας για θέματα που αφορούν όλους μας και ιδιαιτέρα το μέλλον των παιδιών μας, η απόφαση αυτή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι αν μη τι άλλο ατυχεστάτη και το σκεπτικό της υποτιμά την νοημοσύνη του μέσου Έλληνα. Ελήφθη κατά λάθος, ερήμην των κυρίως υπευθύνων ή κατ’ εντολήν κάποιων κέντρων αποφάσεων που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα;

Για την απόφαση αυτή, «θερινής νυκτός», κυριολεκτεί εκείνη η παλαιά λαϊκή σοφή ρήση: «όλα τάχε η Μαριωρή ο φερετζές της έλειπε!» Η μη εκμάθηση της Τουρκικής γλώσσας ήταν, «η μεγάλη έλλειψη» του Αναλυτικού προγράμματος της Μέσης εκπαιδεύσεως και «ένα από τα σπουδαία μέτρα της εξυγιάνσεώς της»; Το έβδομο, αν μη και το τελευταίο ερώτημα που επιβάλλεται από την κοινή λογική …

 Πρωτοπρεσβύτερος

ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ