Νήφωνας ο Κελλιώτης

ΝΗΦΩΝΑΣ Ο ΚΕΛΛΙΩΤΗΣ
(Φανταστικό συναξάρι)

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΔΙΨΑ του Χρήστου Γιανναρά, τέταρτη έκδοση, Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 1981. Στον Πρόλογο της δεύτερης έκδοσης ο συγγραφέας παραθέτει τις παρακάτω επίκαιρες σκέψεις, που γράφτηκαν το 1969 :

«Αν ξεχωρίζει κάτι στις σελίδες που ακολουθούν και που δικαιολογεί ίσως τη έκδοσή τους, θα έλεγα ότι είναι μια διακριτική θρησκευτικότητα που αγωνίζεται να διασωθεί σαν οδυνηρή εγρήγορση στα όρια της προσωπικής εμπειρίας της αλήθειας. Αυτή η συνύπαρξη της θρησκευτικής πίστης με την προσωπική εγρήγορση έφτασε να είναι κάτι σπάνιο, ίσως και ακατανόητο, ενώ θα έπρεπε να είναι ο φυσικότερος δρόμος. Οπωσδήποτε, σημαίνει να βαδίζεις στην κόψη του ξυραφιού, μακριά από κάθε βολή κι ανάπαυση και χορτασμό και ξεδίψασμα. Αλλά ο δρόμος για να κερδίσουμε τα ουσιώδη είναι η προσωπική πείνα και δίψα, το πάθος του ανθρώπου που τα πουλάει όλα για ν’ αγοράσει το ένα πετράδι. Και τέτοιες τρέλες, όσο κι αν είναι αυθεντικά ευαγγελικές, μένουν ακατανόητες για τη σημερινή μας χριστιανοσύνη.

Τα κείμενα αυτά αντιπροσωπεύουν ένα οδοιπορικό της προσωπικής πείνας και δίψας, όπως διασώθηκε από τις ευπρόσωπες παγίδες συνθηκολόγησης που περισσεύουν στον καιρό μας.  Μία πάλη ανάμεσα στο ιδανικό της απόλυτης αφιέρωσης, έτσι που την ενσαρκώνει κάθε ολοκληρωτικό σχήμα και ένα θρησκευτικό «κίνημα», και στη δίψα της ελευθερίας που είναι η αλήθεια και η ζωή. Φαίνεται να έχουν πάντα μιαν επικαιρότητα : Σε λιγότερα από δέκα χρόνια, στον τόπο μας τουλάχιστο, τα σχήματα των έτοιμων θρησκευτικών λύσεων συνέβηκε να γυμνωθούν απροκάλυπτα στην προσπάθειά τους να επιβάλουν κοσμικά τη βιομηχανοποιημένη σωτηρία. Η θρησκευτική γυμνότητα είναι πια σπαραχτική και το ένδυμα της Παράδοσης μένει αχρησιμοποίητο, καταδικασμένο να φυλάγεται στο Μουσείο. Τουλάχιστο ας κραυγάσουμε άλλη μια φορά αυτή την οδύνη της γύμνιας, την πείνα και τη δίψα των ψυχών μας, με μοναδική ελπίδα να σώσουμε όση γίνεται περισσότερη ανθρωπιά μέσα μας την ώρα που μας αρνούνται την ανθρωπιά με κάθε δυνατό τρόπο».

ΝΗΦΩΝΑΣ Ο ΚΕΛΛΙΩΤΗΣ
(Φανταστικό συναξάρι)

Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Πορφύρης ήτανε δώδεκα χρονώ. Είδε που φέρανε από το χωράφι το ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Μαζεύτηκε το χωριό, είπανε πως τον χτύπησε το μουλάρι στα νεφρά.

Η μάνα του Πορφύρη είχε οχτώ παιδιά. Έκλαψε τον σκοτωμένο μέρες και νύχτες – όσο μπορούν να κλάψουν δυο μάτια ανθρώπινα. Ύστερα ήρθε ο παπάς στο σπίτι, να κουβεντιάσουν με τη μάνα για τα παιδιά. Είπανε, να κρατήσει η χήρα τα μισά, τ’ άλλα μισά να βρουν αλλού ψωμί.

Ο παπάς έστειλε τα δυο μεγάλα αγόρια στη χώρα, στη δούλεψη του Δεσπότη. Ίσως αργότερα να πήγαιναν στο σχολειό. Τη μικρή αδελφούλα, τη Λενίτσα, ένα σγουρόμαλλο αγριμάκι, την πήρε η αδερφή του μακαρίτη, στο διπλανό χωριό. Και για τον Πορφύρη, αποφάσισαν να πάει λίγα χρόνια στο Όρος, στον αδερφό της μάνας, τον καλόγερο, κι αργότερα αν θέλει να γίνει παπάς.

Έτσι ξεκίνησε ο Πορφύρης για το Όρος. Η μάνα ετοίμασε ένα μπογαλάκι ρούχα και λίγο παξιμάδι για το δρόμο. Φίλησε τον Πορφύρη κι ο Πορφύρης έκλαιγε. Έκλαιγε κι η μάνα, γιατί αυτός ο γιος ήταν ο πιο αγαπημένος. Ύστερα ο παπάς τον πήγε στην Αρναία – δεν ήταν μακριά. Βρήκε μια συντροφιά προσκυνητές και τους παρέδωσε τον Πορφύρη.

Ο δρόμος για το Όρος πήγαινε τότε από την ξηρά κι ήταν λιθόστρωτος, από την Ιερισσό στη Λαύρα. Ο Πορφύρης χάζευε τα δάση, τη θάλασσα κι όταν έφτασαν στο Όρος θαύμαζε τα μεγάλα μοναστήρια και τις εκκλησιές.

Αλλά ο θειος του, ο καλόγερος, δεν ήταν σε μοναστήρι, ήταν από τους αυστηρούς και ζούσε στην έρημο. Όταν κάποτε έφτασε ο Πορφύρης ως εκεί, είδε ένα δίπατο καλύβι, χτισμένο άκρη στο βράχο. Μπροστά γκρεμός, στο πλάι γκρεμός, μόνο στο πίσω μέρος είχε μονοπάτι. Ο γέροντας τον έστησε μπροστά του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια, είπε πως μοιάζει του πατέρα του. Είδε και το παιδί τον γέροντα, που έμοιαζε της μάνας, έτσι ψηλός, με ρουφηγμένο πρόσωπο και μεγάλη γενειάδα. Ήταν κι ένας διάκος, υποταχτικός, στο καλύβι. Στρώσανε στον Πορφύρη για να κοιμηθεί, μια κουρελού για στρώμα και δυο κουβέρτες για σκέπασμα. Ήρθε η νύχτα και το παιδί φοβότανε, τόση ερημιά στον τόπο και τόσο σκοτάδι. Έπιασε να κλαίει κρυφά, ώσπου αποκοιμήθηκε.

Έτσι ο Πορφύρης μπήκε στη ζωή των καλογέρων. Του φόρεσαν ένα ρασάκι κι ένα σκούφο. Έμεινε ακούρευτος κι όταν τρίχωσε το πρόσωπό του άρχισε να φτιάχνει γένι. Έμαθε όλες τις δουλειές και τις έκανε πρόθυμα: Άναβε τη φωτιά, ψευτομαγέρευε, έφερνε νερό, μάζευε και το βρόχινο. Στο καλύβι του γέροντα δεν κοιμόντουσαν τη νύχτα. Όταν σκοτείνιαζε, ο καθένας στο κελλί του έλεγε την ευχή του Ιησού, μετρώντας του κόμπους στο κομποσκοίνι. Ο γέροντας δίδαξε το παιδί να λέει την ευχή. Τέσσερεις ώρες από τη δύση του ήλιου διάβαζαν τα γράμματα. Τέλειωναν με την πρώτη αυγή. Ύστερα αναπαύονταν λίγες ώρες. Τη μέρα πελέκαγαν μικρούς ξύλινους σταυρού και φρόντιζαν δυο μέτρα περιβολάκι με κουκιά και δυο μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια και στις γιορτές κανένα ψάρι από τη θάλασσα.

Τα χρόνια περνούσαν κι ο Πορφύρης δεν έδειξε ποτέ κόπο ή αντίρρηση. –Έλα εδώ Πορφύρη! –Ευλογείτε, γέροντα. –Τρέξε εκεί Πορφύρη! –Ευλογείτε, γέροντα. Το πρόσωπό του στέγνωσε και σοβάρεψε, σα να μην ήταν πρόσωπο παιδιού. Οι αναμνήσεις απόμεναν μέσα του μακρινές, λίγο τη μάνα του θυμόταν, άλλη γυναίκα δεν ήξερε, αυτήν και την Κυρία Θεοτόκο, και συχνά κοιτάζοντας την εικόνα τις μπέρδευε. Άνθρωπος κοσμικός δεν έφτασε ποτέ στο καλύβι, ούτε ξυλοκόπος, μόνο τους καλογέρους έβλεπε στο πέρα κονάκι, όταν πήγαινε τους σταυρούς κι έπαιρνε τρόφιμα.

Έτσι έγινε είκοσι χρονώ ο Πορφύρης κι ο γέροντας είπε πως είναι καιρός να πάρει τη δωρεά τού μεγάλου και αγγελικού σχήματος. Τον κάνανε λοιπόν μοναχό, μεγαλόσχημο. Του άλλαξαν το όνομα, τον είπανε Νήφωνα. Ο Πορφύρης απόμεινε μέσ’ στις αναμνήσεις, μαζί με τη μορφή της μάνας και το κορμί του πατέρα τυλιγμένο στην κουβέρτα. Άλλο τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή του, μόνο που φόρεσε τα σημάδια του μεγαλόσχημου, Ι(ησούς) Χ(ριστός) ΝΙ(κά), στη μέση ένας σταυρός πάνω στο κρανίο του Αδάμ, Τ(ούτο) Σ(ημείον) Φ(οβερόν) Δ(αίμοσι).

Στην άκρη του βράχου οι μέρες κι οι νύχτες κυλούσαν καθώς το βρόχινο νερό. Ο γέροντας κατάπεσε, σερνόταν το βήμα του κι η φωνή αδυνάτισε. Τότε ήταν που έφτασε στο καλύβι ο πρώτος άνθρωπος από τον κόσμο, ένας αρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, με σιδερωμένο ράσο κι άσπρα μανικέτια. Τον κέρασαν σύκα και ρακί, έμεινε μαζί τους και στην αγρυπνία. Το πρωί ξεμονάχιασε το Νήφωνα, ρωτούσε τα χρόνια του και τα γράμματα που ξέρει.  – Να τον πάρω στην πόλη; είπε στο γέροντα. Θα πάει στη Σχολή να βγει κληρικός. –Ό,τι πει μονάχος του, απάντησε ο γέροντας. Κι ο Νήφωνας είπε όχι, χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει καλά γιατί, μόνο που είπε όχι.

Δεν πέρασαν μέρες πολλές και κάποια νύχτα ο γέροντας άφησε στη μέση την αγρύπνια του. Ξάπλωσε στα στρωσίδια κι όταν ο ήλιος ψήλωσε, το πρόσωπό του ήταν λευκό, σαν τη γενειάδα του. Δε σάλεψε. Ήρθε ο παπάς από τη σκήτη, τον δίπλωσαν στο ράσο, τον έρραψαν μέσα στο ράσο και τον απόθεσαν στη ρίζα της μυγδαλιάς, δίπλα στο περιβολάκι. Ο Νήφωνας μάζεψε αγριολούλουδα και στόλισε το σταυρό. Έφτιαξε κι ένα καντήλι για τον τάφο με το περισσευούμενο ποτήρι του γέροντα.

Ο καινούργιος γέροντας ήτανε δύστροπος, είχε ρευματισμούς και θύμωνε, τα ‘βαζε με το Νήφωνα. Ο Νήφωνας δεν ήταν πια παιδί, μα δε γύρισε ποτέ λέξη στο γέροντα. Πέρασαν οι δυο τους δέκα χρόνια ζωής. Στο τέλος των δέκα χρόνων ήρθε ο δεύτερος επισκέπτης στο καλύβι. Ήταν ο αδερφός του Νήφωνα, είχε γίνει στην πόλη παπάς. Ο Νήφωνας του φίλησε το χέρι κι εκείνος τον φίλησε στο μέτωπο. Ήταν παντρεμένος, είχε και τρία παιδιά. Του είπε για τη μάνα, που είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια. Του είπε και για την αδερφούλα, τη μικρή, τη Βάγγω, που είχε πεθάνει με το Δάγκειο. Η Λενίτσα ήταν παντρεμένη στο χωριό, ο άλλος αδερφός βγήκε γιατρός και ζούσε στην πόλη, έμεναν κι άλλοι δυο, οι πιο μικροί, που τέλειωναν το Γυμνάσιο. Ο Νήφωνας χάραξε στη μέση ένα χαρτί, έγραψε στη μια τους ζώντες, στην άλλη τους τεθνεώτες. Έβαλε πρώτο τον γέροντα, ύστερα τον πατέρα, τη μάνα και τη μικρή Ευαγγελία. Μα και οι ζώντες ήταν στη μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνά δεν μπορούσε να τους ξεχωρίσει μέσ’ στη σκέψη του.

Ύστερα κι απ’ αυτά ο Νήφωνας πήρε ευχή από το γέροντα να φύγει για τα Καρούλια. Είχε πεθάνει ένας ρώσος ασκητής κι ο Νήφωνας πήρε το κελλάκι του. Ήταν χτισμένο καταμεσίς στον κατακόρυφο βράχο, στο κοίλωμα μιας σπηλιάς. Εκεί έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ο Νήφωνας. Κατέβαινε το βράχο κρατημένος από την αλυσίδα, πατώντας σ’ ασήμαντες προεξοχές της πέτρας, πάνω απ’ τη θάλασσα. Το κελλί είχε μια πορτούλα στο πλάγι, μπροστά ένα παραθύρι, το άνοιγες κι έχασκε από κάτω το χάος του γκρεμού. Το χειμώνα η θάλασσα βόγγαγε σαν πληγωμένο θεριό. Από δω και πέρα τα χρόνια δε μετριούνται. Ο Νήφωνας ήταν λευκός, κατάλευκος κι ολοένα περσότερο κυρτωμένος. Οι νύχτες κυλούσαν άγρυπνες κι οι μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγότερους σταυρούς, έτρωγε λιγότερο παξιμάδι και τα κουκιά δεν τα ‘βραζε στη φωτιά, μόνο που τα μούσκευε για να ξεφλουδίζουν. Μάζευε τη βροχή με το λούκι σ’ ένα πιθάρι και το νερό ευώδιαζε σαν αγιασμός. Το πρόσωπο του γέροντα ήταν ήρεμο κι ένιωθε χαρούμενος, όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει στη ζωή. Την Κυριακή σκαρφάλωνε στο βράχο, ν’ ανεβεί στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί, να κοινωνήσει. Τις άλλες μέρες διάβαζε μόνος του τα γράμματα, όπως πάντα. Έλεγε και την ευχή, ασταμάτητα. Τα καράβια περνούσαν αλάργα, μα δεν ήξερε να φανταστεί τον κόσμο και τους ανθρώπους, μόνο που έκανε το σημείο σταυρού στα καράβια που περνούσαν, να ‘χουν ταξίδι καλό.

Είχε ακόμα κι εκείνο το χαρτί με τους ζώντες και τους τεθνεώτες καρφωμένο από τις εικόνες του. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να ξέρει πια πόσοι από τους αγαπημένους ζουν και πόσοι έφυγαν. Γι’ αυτόν ήτανε όλοι ζωντανοί και τους μνημόνευε στους ζώντες. Ακόμα και τον πατέρα του, που τον είδε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ακόμα και το γέροντα, που τον έθαψε με τα χέρια του.

Ο Νήφωνας έφυγε τη Λαμπρή. Είχε ανεβεί στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί. Έστησε τη λαμπάδα του αναμμένη στο στασίδι, προχώρησε στο άγιο Βήμα και κοινώνησε. Ύστερα γύρισε στο στασίδι, είπαν πως τον είδαν να χαμογελάει. Η λαμπάδα έκαιγε δίπλα του. Οι μοναχοί τον σήκωσαν, τον έρραψαν στο ράσο του και τον κατέβασαν στα Καρούλια. Λίγα μέτρα από το κελλί του, σ’ ένα μικρό κοίλωμα του βράχου, έσκαψαν και τον απόθεσαν ν’ αναπαυτεί. Τον έβαλαν έτσι, σα να κοιτάζει το πέλαγο. Στο βράχο είχαν φυτρώσει αγριολούλουδα. Βρήκαν μέσ’ στο κελλί του και το σταυρό έτοιμο. Τον είχε φτιάξει ο ίδιος. «Νήφων μοναχός» έγραφε. Είχε χαράξει μόνος του τ’ όνομά του στα δίπτυχα των ζώντων.

Καλοκαίρι 1964