Νουθεσίες των τριών Ιεραρχών

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

+ ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

         Όταν, οι σεβαστοί ιερείς του Ι. Ναού Αναλήψεως του Χριστού Καλαμάτας, μου ζήτησαν να μιλήσω στην Ενοριακή Στέγη, για την επικείμενη επέτειο μνήμη των τριών Ιεραρχών, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να αναφερθώ όχι στα γνωστά και επαναλαμβανόμενα, κάθε χρόνο, βιογραφικά στοιχεία των Αγίων Πατέρων, αλλά να εστιάσω το λόγο, στα διδάγματα τους εκείνα, που πρέπει να ερεθίζουν ευεργετικά, τη σκέψη των χριστιανών της σύγχρονης ζωής.   Και τούτο, επειδή έχω τη γνώμη, ότι οι λόγοι της Κ.Δ και των Αγίων πρέπει να στρέφονται περισσότερο στο εσωτερικό μήνυμά τους, για να μορφώνουν, εν Χριστώ, τη σύγχρονη ζωή των πιστευόντων. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου ευεργετεί όταν είναι σύγχρονη και επομένως απαντάει στα προβλήματα της κάθε εποχής, χωρίς βέβαια να γίνει, όπως συχνά συμβαίνει, πολιτικός λόγος.

         Ο κατ’ επανάληψη αφηγηματικός λόγος των γνωστών από την παιδική ηλικία, γεγονότων που αναφέρονται στη ζωή του Κυρίου και των Αγίων του, ενώ σε μικρό βαθμό ευεργετεί, συχνά προκαλεί αδιαφορία και πλήξη, με την ακρόαση των γνωστών πραγμάτων.

         Εν προκειμένω οι εορταζόμενοι, κάθε χρόνο, Ιεράρχες, πολύ λίγο ενδιαφέρονται στη μακαριότητα, όπου βρίσκονται, για το πόσο θά τους εγκωμιάζουμε, για την προσωπική τους βιωτή, όπως λ.χ για την καταγωγή και την οικογενειακή τους ζωή, τις σπουδές και τα εκκλησιαστικά αξιώματα με τα οποία  τιμήθηκαν. Δεν τους ενδιέφερε ο έπαινος των πολλών συγγραφών τους.

       Όλα αυτά σαν ιστορική γνώση και παράδειγμα είναι πάντοτε ωφέλιμα. Όμως δεν είναι η καρδιά του έργου τους. Αυτά που πρέπει    να προβάλλονται είναι η ζωή τους, σε σχέση πάντοτε με την αγάπη για το συνάνθρωπο και οι διαχρονικές προτάσεις τους για την καλλίτερη, κατά Χριστόν, πορεία της ζωής του κόσμου.

       Με αυτές της σκέψεις, μάζεψα λίγα ψίχουλα, από τις διδαχές των τριών αγίων πατέρων, και τα πρόσφερα, από μέρους τους, στους αγαπητούς αδελφούς, που τίμησαν με την παρουσία τους, στην ενοριακή στέγη, την ιερή μνήμη τους.

  Σεβαστοί πατέρες & αγαπητοί αδελφοί

       Σε λίγες μέρες, όταν η Εκκλησία μας θα τιμήσει και πάλι τη μνήμη των τριών μεγάλων Πατέρων, θα ακουστεί μέσα από το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας, η φωνή του θείου Παύλου, προς τους ομοεθνείς του Εβραίους και δια μέσου αυτών προς εμάς, και θα λέει «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν το λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής, μιμείσθε την πίστιν» (εβρ.ιγ΄.7). Δηλαδή να θυμόσαστε πάντοτε το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας, οι οποίοι σας δίδαξαν τον λόγο του Θεού. Αυτών να σκέπτεσθε και να μελετάτε το άγιο και θεάρεστο τέλος της ζωής και της συμπεριφοράς και να μιμείσθε  τη πίστη τους.

       Έτσι με την προτροπή αυτή του Αποστόλου των εθνών και φέτος όπως κάθε χρόνο, και με τον οφειλόμενο σεβασμό στους εορταζόμενους Αγίους της Εκκλησίας μας θα τιμήσουμε τη μνήμη τους και θα προβάλουμε τη ζωή και το έργο τους παράδειγμα αναγκαίας συμπεριφοράς, για ιερωμένους, εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές και γενικά για όσους ασχολούνται με την αγωγή και τη σωστή παιδεία των νέων. Ακόμη δε, προπαντός για όσους επιθυμούν να αγαπούν τον πόνο του πλησίον.   Ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες, η γιορτή των Αγίων Πατέρων έχει μεγαλύτερη σημασία. Τούτο δε, γιατί οι τρείς Ιεράρχες συναδέλφωσαν τη χριστιανική αλήθεια με την Ελληνική σκέψη. Λοιπόν ας προχωρήσουμε στο μνημόσυνο των οικουμενικών δασκάλων μας, και με σύντομη μελέτη της ζωής και του έργου τους, ας σπουδάσουμε, κατά το δυνατόν, τα παιδαγωγικά τους προσόντα και διδάγματα, για τα οποία, η εορτάσιμη μέρα, θεωρείται όχι μόνο γιορτή της Εκκλησίας, αλλά και της παιδείας και γενικότερα της πρέπουσας αγωγής.

        

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΗΣ ΦΤΩΧΟΛΟΓΙΑΣ

       Σαν πρώτο και κύριο γνώρισμα των εορταζόμενων Αγίων, πρέπει να αναφέρουμε την ακλόνητη πίστη τους στο Δημιουργό, Συντηρητή και Κυβερνήτη του σύμπαντος κόσμου. Πίστη όχι των χειλέων, αλλά της ψυχής και των έργων. Πίστη συνεχή και μηδέποτε διακοπτόμενη. Πίστη καθημερινής ζωής και συμπεριφοράς.

       Μας είναι γνωστή η φιλανθρωπική εργασία του Μ. Βασιλείου, όταν διακονούσε την Εκκλησία της Καισαρείας σαν Πρεσβύτερος και αργότερα σαν Επίσκοπος.

       Σαν έμπρακτη απόδειξη Εκκλησιαστικού ήθους και αγάπης μοίρασε την προσωπική περιουσία στους φτωχούς της περιοχής του. Έγινε ο φτωχότερος όλων, για να μπορεί να μιλάει για Ιησού Χριστό. Έτσι πολλοί χριστιανοί τον βοήθησαν και έφτιαξε τη Βασιλειάδα πολιτεία. Δηλαδή μια περιοχή με φιλανθρωπικά ιδρύματα, που αποτελούν ένα από τα πρώτα δείγματα κοινωνικής αλληλεγγύης και αγάπης, που έφερε στο κόσμο το χριστιανικό μήνυμα.

       Οι κοινωνικές ιδέες του Ιεράρχη της Καππαδοκίας αποτελούν και για την εποχή μας θεμελιώδης αρχές κοινωνικής συμβίωσης.

       Μας εντυπωσιάζουν οι απόψεις για το αιώνιο πρόβλημα της φτώχειας και του πλούτου. Ρωτούσαν, στις μέρες του Βασιλείου, κάποιοι πλούσιοι, σαν απάντηση στα καυστικά λόγια του, μα ποιόν αδικώ αφού όσα κατέχω είναι δικά μου; Ποια δικά σου, απαντάει, ο Ιεράρχης. Από πού τα πήρες και τα έφερες στη ζωή; Τα αγαθά είναι κοινά για όλους τους ανθρώπους και δεν επιτρέπεται να θεωρούνται δικαιώματα των λίγων επειδή πρόφτασαν και τα πήραν. Ονομάζει άρπαγα (λωποδύτη), όχι μόνον εκείνο που απογυμνώνει το ντυμένο,  αλλά και εκείνο που δεν ντύνει το γυμνό.

       Και συνεχίζει το ψωμί που επί πλέον κρατάς για τον εαυτό σου, είναι του πεινασμένου. Το ένδυμα είναι του γυμνού. Τα υποδήματα του ξυπόλυτου. Ώστε τόσους αδικείς, όσους θα μπορούσες να βοηθήσεις και δεν τους βοηθάς.

       Μερικοί από αυτούς, που λέγονται στις μέρες μας, «έχοντες και κατέχοντες», κρύβονται πίσω από το δάχτυλο τους και λένε, μα που τους βλέπεις εσύ τους φτωχούς; όλοι έχουν και τρώνε. Άλλοτε πάλι, ε! και τι θέλεις να γίνει; πάντα υπήρχαν οι φτωχοί. Θα υπάρχουν και σήμερα. Να σημειώσουμε με μεγάλη μας λύπη, ότι τα λόγια αυτά λέγονται από «χριστιανούς». Με τη διδασκαλία του Ιεράρχη της Καππαδοκίας, η χρήση των υλικών αγαθών, πρέπει να αποβλέπει στην κάλυψη των πραγματικών αναγκών μας και μόνον αυτών. Η υπέρβαση αυτού του μέτρου είναι σύμπτωμα πλεονεξίας, ματαιοδοξίας, ακόμη δε, και φιληδονίας. Όσο βλαπτική είναι η φτώχεια άλλο τόσο και περισσότερο είναι ο πλούτος. Ας θυμηθούμε το γραφικό «πλούτον και πενίαν μη μοι δως, συντιξόν δε μοι τα δέοντα και τα αυτάρκη». (παροιμ .30,8)

       Αλλά και του πρεσβυτέρου της Αντιοχείας, του Χρυσοστόμου Ιωάννη, η αγάπη για το συνάνθρωπο, ήταν αληθινά χριστιανική. Η Εκκλησία της Αντιοχείας, με δική του δραστηριότητα, μπορούσε, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, να θρέψει χιλιάδες φτωχούς, ορφανά και χήρες των πολέμων και της αδικίας, αρρώστους και ξένους της πόλης. Αυτή τη φιλανθρωπική δράση του, συνέχισε εντονότερα όταν η Θεία πρόνοια τον τοποθέτησε στο πρώτο αρχιεπισκοπικό θρόνο της βασιλεύουσας.

       Τον Ιεράρχη Χρυσόστομο συγκλονίζει το δράμα της φτωχολογιάς. Η τάξη των πλουσίων γαιοκτημόνων της εποχής του, που ξόδευε τεράστια ποσά, για ανόητες απολάυσεις και επιδείξεις όπως και το πλήθος των φτωχών που πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα και την εγκατάλειψη. Ήταν φαινόμενα απαράδεκτα για την ευαίσθητη ψυχή του.

       Είναι ιδιαίτερα σκληρός, για τους πλούσιους γαιοκτήμονες, που βασανίζουν τους ταλαίπωρους και εξαθλιωμένους γεωργούς. Τους ανθρώπους εκείνους και τις οικογένειές τους που είχε σακατέψει η πείνα και η σκληρή δουλειά όπως έλεγε. Ας μη ξεχνάμε ότι τα χρόνια εκείνα, όπως και για πολλούς αιώνες κατόπιν, ο εργάτης του κτήματος αποτελούσε συχνά μέρος του χτήματος αναπόσπαστο. Έτσι την όποια αγοραπωλησία του κτήματος, ακολουθούσε και αυτός με την οικογένειά του.

       Και συνεχίζει, ποιος θα μπορούσε να απαριθμήσει τις απάτες και της αδικίες που κάνουν, όταν αγοράζουν το μερίδιο των φτωχών, που τυχόν, έμεινε στα χέρια τους; Βέβαια και σημερινές μορφές αδικίας σε βάρος των αδυνάτων, είναι ανάλογες με τις εργασιακές σχέσεις της εποχής μας, μεταξύ εργατών και ιδιοκτητών επιχειρήσεων και λοιπών χώρων δουλειάς. Δεν διστάζει να ονομάζει ληστές τους πλουσίους που αρπάζουν τα ξένα αγαθά και τα καταχωνιάζουν στις δικές τους αποθήκες (κατά Ματθ. Ομιλία).

       Σύμφωνα με τον Ιεράρχη η ιδεώδης μορφή κοινωνικής συμβίωσης είναι η αδελφική κοινοκτημοσύνη, κατά το παράδειγμα της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων. Ο τρίτος Άγιος της ημέρας, ο Ιεράρχης Γρηγόριος από την Ναζιανζό, δεν υστέρησε στην έκφραση αγάπης προς τον πλησίον. Σαν αληθινός διάκονος της Εκκλησίας του »απόρου» Ιησού, μοίρασε και αυτός την προσωπική του περιουσία στους πάσχοντες, για να μπορεί να εκπροσωπεί αληθινά τον Κύριο.

     Φίλες και φίλοι, χωρίς κανένα σχήμα λόγου, διερωτώμαι, ποιος κληρικός, ιδιαίτερα ιερομόναχος και προ πάντων ιεράρχης, μπορεί να υπηρετεί με αλήθεια την αποστολή του, όταν κρατά πλούτη, τα οποία μάλιστα απόκτησε από τη διακονία της ιεροσύνης του; Η απάντηση είναι κατηγορηματική. Απολύτως κανείς.

       Οι τρεις Πατέρες, χωρίς αμφισβήτηση, είναι πρότυπα συμπεριφοράς, για αυτούς που θέλουν να εκπροσωπούν άξια το Ναζωραίο Ιησού, στις μικρές και μεγάλες κοινωνίες των ανθρώπων και τούτο γιατί πάντοτε σαν οδηγό της ζωής τους είχαν το γραφικό «δείξον μου την πίστη σου εκ των έργων σου»(Ιακ.2,18).

       Για σκεφτείτε αδελφοί, τι ωραίος θα ήταν ο κόσμος, αν οι πλούσιοι διαχειρίζονταν τα πλούτη τους για την ανακούφιση των ανθρώπων, όχι μόνο της γειτονιάς τους, αλλά όλης της γης. Αν σφογκίζουν το δάκρυ του πονεμένου παιδιού, του άρρωστου και φτωχού γέροντα, του πολυφαμελίτη και πεινασμένου άνεργου. Τότε νομίζω ότι δε θα είχαμε ανάγκη να συζητάμε για κοινωνικά συστήματα διακυβέρνησης των λαών, γιατί, απλά, δεν θα υπήρχαν κοινωνικά προβλήματα.

       Σήμερα, είκοσι αιώνες μετά Χριστόν, αν μιλήσεις για το ιδανικό της κοινοκτημοσύνης, άσχετα αν είναι και με πιο τρόπο, εφαρμόσιμο, και αν πεις ότι οι άνθρωποι, σαν πρόσωπα, είναι ίσοι μεταξύ τους, θα σε κοιτάξουν λοξά και ύποπτα.

       Οι ιδέες αυτές που αποτελούν τις αρχές του χριστιανικού ανθρωπισμού, φοβίζουν πολλούς, λεγόμενους χριστιανούς. Τα δικά μου, δικά μου, και πολύ συχνά, και τα δικά σου, δικά μου.

       Η ιδεολογία της δικής μας πλούσιας τράπεζας προηγείται της χριστιανικής αλληλεγγύης, που πρέπει να μας θυμίζει το «επείνασα γαρ και εδώκατε μοι φαγείν, εδίψασα και εποτίσατέ με……..»(Ματθ.25,35). Έτσι μετά από το «φάγωμεν και πίωμεν» μαζεύουμε ψίχουλα «φιλανθρωπίας» για να καλύψουμε και την ενοχλητική έννοια του »αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ρωμ13,9).

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΠΛΟΥΤΟΣ, ΕΡΓΑΣΙΑ

       Στο σημείο αυτό, ας σταθούμε για λίγο στον ισχυρισμό μερικών ανθρώπων της εποχής μας που θέλουν να φορτώσουν στην Εκκλησία τη ντροπή που λέγεται αγάπη του πλούτου. Αυτό είναι λάθος και μόνο αν το διανοηθεί κανείς. Η Εκκλησία, σαν αγιαστικό και λυτρωτικό σώμα του Κυρίου, ποτέ δεν αγάπησε τον πλούτο. και τούτο, γιατί κάτι τέτοιο αντιβαίνει σ’ αυτή τη φύση της, που πηγάζει από την υλική φτώχεια του ιδρυτή της «αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη»(Μαρ.8,20). Πως λοιπόν μπορεί η Εκκλησία να αγαπάει τα πλούτη, με το δεδομένο αυτό, οι αληθινοί εκκλησιαστικοί άνδρες, που είναι τα φυτώρια της Εκκλησίας στις κοινωνίες των ανθρώπων, ούτε έχουν, αλλά και ούτε επιθυμούν τα πλούτη. Αν όμως πολλοί ονομαζόμενοι χριστιανοί και παριστάνοντες τους χριστιανούς, είτε από την τάξη των λαϊκών, είτε, πολύ περισσότερο, από την τάξη των ιερωμένων, αγαπούν το μαμωνά, αυτοί ουσιαστικά δεν είναι μέλη της εκκλησίας. Κάπου έχασαν το δρόμο τους και βρέθηκαν μέσα η κοντά στην Εκκλησία. Ας μη ενοχοποιούμε την Εκκλησία για τις παρεκτροπές κάποιων, κατά λάθος, οπαδών της.

       Θα ήταν δίκαιο να αναφέρουμε ακόμη ότι τα κηρύγματα των τελευταίων αιώνων περί δικαιοσύνης, ελευθερίας και αδελφοσύνης, ή τα περί ισότητας των ανθρώπων, είναι πνευματική περιουσία της Εκκλησίας του Ναζωραίου Ιησού και επανάληψη των πρώτων χριστιανικών διακηρύξεων. Δεν είναι καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις κοινωνικής ζωής.

       Δυστυχώς στο διάβα των χρόνων και των αιώνων, ξεχάσαμε τις πηγές μας. Η επίσημη Εκκλησία, όπως αυτοαποκαλούνται οι θέλοντες να την εκπροσωπούν, συχνά λησμόνησε τον πραγματικό εαυτό της. Έτσι χωρίς να προβλέψει, όπως όφειλε τα επακόλουθα, για να τα αποφύγει, βρέθηκε στη θέση του κατηγορούμενου.

       Οι σημερινοί τρείς Ιεράρχες συνιστούν στους φτωχούς την εργασία. Σ’ αυτούς βέβαια που έχουν αυτή τη δυνατότητα. Μόνο με την εργασία λένε, μπορούν οι φτωχοί να απαλλαγούν από την κηδεμονία των πλουσίων. Γ’ αυτό καταφέρονται έντονα κατά της αργίας.

       Όμως τι να πούμε για την κατάρα της εποχής μας, που λέγεται ανεργία. Μήπως άραγε, και γι αυτήν φταίει το πάθος του πλουτισμού, που με πολλούς τρόπους, περιορίζει τις εργασιακές δυνατότητες;

       Οι Άγιοι Πατέρες δεν έχουν προκατάληψη γι’ αυτή ή εκείνη την εργασία. Όλες οι εργασίες είναι καλές, αρκεί να προμηθεύουν τα αναγκαία αγαθά της ζωής. Δεν πρέπει να διακρίνονται τα επαγγέλματα σε ανώτερα και κατώτερα, αφού στην κοινωνική ποικιλότητα, όλα είναι αναγκαία. Επομένως και οι άνθρωποι δεν πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με το επάγγελμα και την εργασία που έχουν. Όπωσδήποτε πρέπει να αποκλείονται τα επαγγέλματα εκείνα που δημιουργούν ηθικούς κινδύνους και υποβαθμίζουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

       Στον τομέα των ευκολιών της ζωής, οι τιμώμενοι Αγιοι, είναι πάντα σύγχρονοι. Δέχονται την άνεση στη ζωή, αλλά την ωφέλιμη άνεση όπως και την αγνή χαρά της. Εκτιμάνε την επίγεια ζωή, και αναγνωρίζουνε ομορφιά και σκοπιμότητα σ’ αυτή. Όταν όμως πρόκειται να ζημιωθεί η αληθινή πίστη και να υποβιβαστεί το γόητρο της Εκκλησίας, προτιμάνε, χωρίς δισταγμό, την αντίδραση, ακόμα και προς τους ισχυρούς της ημέρας. Θα θυμόμαστε πάντοτε το μεγαλείο του Βασιλείου, όταν απαντάει στις απειλές του αυτοκρατορικού εκπροσώπου.

       Το ίδιο υπέροχο πνεύμα ουσίας, θα συναντήσουμε και στο Χρυσόστομο, όταν αντιμετωπίζει τις απειλές της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. «πάλιν η ηρωδιάς μαίνεται και ζητεί την κεφαλήν Ιωάννου επί πίνακι», θα απαντήσει. Και λίγο αργότερα, ο ουρανοπολίτης αυτός ιεράρχης, εξόριστος πια στο παγερό πόντο, θα προσθέσει ότι: «Εχουμε να φοβηθούμε το θάνατο; Για μένα η ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος».

       Αυτά τα λίγα για την πίστη των μεγάλων Αγίων μας. Για τις κοινωνικές τους ιδέες, τη φιλανθρωπική τους δράση και την αγωνιστικότητα στη ζωή.

       Ας δούμε στη συνέχεια, γιατί οι Άγιοι αυτοί Πατέρες θεωρούνται και μεγάλοι δάσκαλοι και προστάτες των ελληνικών Γραμμάτων.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΙΟΙ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ

         Οι τιμώμενοι από την Εκκλησία και την παιδεία, σημερινοί Άγιοι με το λόγο και τη συγγραφική τους δράση, έγιναν οι κατ’ εξοχήν εκφραστές και εκπρόσωποι του ιδανικού, που λέγεται Χριστιανικός και Ελληνικός πολιτισμός.

         Είναι γνωστό ότι στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η χριστιανική πίστη και η ελληνική σκέψη, στάθηκαν αντιμέτωπες σ’ ένα δύσκολο αγώνα επικράτησης. Ατυχώς στην αρχή της αναμέτρησης έλλειπε η αμοιβαία γνωριμία που ήταν τόσο αναγκαία για τη συνύπαρξή. Η έλλειψη αυτή στοίχισε πολύ και στις δύο.

         Στο νέο κόσμο που άρχιζε να ανατέλλει από τον 4ο αιώνα και μετά, η Ελληνική Γραμματεία, με τις βαθιές ρίζες του παρελθόντος και ο Χριστιανισμός της Καινής Διδαχής, με τη ραγδαία εξάπλωση του, θα αποτελέσουν τα θεμέλια και τις προϋποθέσεις της νέας εποχής. Το νόημα των νέων καιρών με τις προοπτικές που ανοίγονταν για τους λαούς του γνωστού τότε κόσμου, έγκαιρα συνέλαβαν οι Ιεράρχες και με τόλμη αντιμετώπισαν τις προκλήσεις. Σ’ αυτούς, κατά κύριο λόγο, οφείλεται το μπόλιασμα της ελληνικής σκέψης στο νεαρό δέντρο της χριστιανικής πίστης.

         Σαν φωτισμένοι οραματιστές, παραμερίζουν τις όποιες προκαταλήψεις κατά του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου. Σπουδάζουν και πρωτεύουν στις φιλοσοφικές και ρητορικές σχολές της Αθήνας και της Αντιόχειας της Συρίας και γεύονται τους χυμούς της κλασσικής Ελλάδας.

         Με αυτές τις δυνατότητες δημιούργησαν τις αρχές της μεγάλης Εκκλησιαστικής Γραμματείας του Βυζαντίου, που θα δώσει αργότερα στη Δύση, τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητες της Αναγέννησης του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, και της νεώτερης ευρωπαϊκής σκέψης.

         Παράλληλα με τη μεγάλη προσφορά στα γράμματα, είναι πολύτιμες και οι νουθεσίες των Ιεραρχών στους γονείς, τους δασκάλους και τους μαθητές. Όταν απευθύνεται στους γονείς ο ιερός Χρυσόστομος λέει «ούτο σπείρα ποιεί πατέρα μόνον ,αλλά και το παιδεύσαι καλώς. Ουδέ το κυήσαι μητέρα, αλλά και το θρέψαι καλώς». Δηλαδή, πατέρας και μητέρα δε γίνεται κάποιος, μόνο με το να αποκτήσέι παιδί, αλλά και με το να το αναθρέψει και το μορφώσει καλά.

         Στο θέμα της σωστής συμπεριφοράς και αγαθής πειθαρχίας των παιδιών, οι τρείς Άγιοι, ακολουθούν το λόγο του σοφού Σολομώντα: «Πατήρ φειδόμενος της βακτηρίας αυτού, μισεί τον υιόν του»

           Δηλαδή ο πατέρας εκείνος, που διστάζει να χρησιμοποιήσει, όταν πρέπει, στην αγωγή του παιδιού του, τη λογική αυστηρότητα, δεν αγαπάει πραγματικά το παιδί του.

           Αυτή τη συμβουλή πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα και σαν γονείς και σαν δάσκαλοι. Η αδιαφορία στα σφάλματα των παιδιών και η πολλές φορές, αδικαιολόγητη ανοχή στις παραλήψεις των καθηκόντων τους και τις παρεκτροπές, τα αποθρασύνει τελικά και χαλάει το χαρακτήρα τους. Ας προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό που λέγεται, τους τελευταίους χρόνους, «απαγορεύεται το απαγορεύεται». Δηλαδή επιτρέπονται τα πάντα. Η πρακτική αυτή, ιδιαίτερα, στην πρώτη εφηβική ηλικία, δημιουργεί την ελευθερία της δουλείας στις εσωτερικές παρορμήσεις των παιδιών και αργότερα στις παρορμήσεις των ενηλίκων της κοινωνίας. Έτσι δημιουργούνται οι κοινωνίες, χωρίς έλεγχο των συμβιούντων, με τις γνωστές συνέπειες για τα άτομα και τις ευρύτερες ομάδες ανθρώπων. Όπου παραθεωρείται η πρέπουσα και λόγω πειθαρχία, σαν άμεσο επακόλουθο, έρχεται η χαλάρωση των δεσμών του κοινωνικού ιστού.

         Είναι γνωστό ότι το πρωτογενές κύτταρο πανανθρώπινης κοινωνίας, που είναι η οικογένεια, οικοδομείται αποκλειστικά, όχι μόνο πάνω στην περιφρούρηση των δικαιωμάτων του κάθε μέλους, αλλά και στην επίγνωση των υποχρεώσεων του.

         Οι Άγιοι Πατέρες, απευθυνόμενοι στους μαθητές, συνιστούν να είναι ήρεμοι, να τιμάνε και να αγαπάνε το δάσκαλο. Τίποτα δε συμβάλλει περισσότερο στην αποτελεσματική διδασκαλία, όσο η αμοιβαία αγάπη μεταξύ μαθητών και διδασκάλου λέει ο Χρυσόστομος.

           Ο Γρηγόριος, αφ’ ετέρου, θέλει το δάσκαλο καταρτισμένο, καλοσυνάτο και προσηλωμένο με πίστη και αγάπη στην αποστολή του. Έχουμε άραγε σήμερα, αν όχι όλους, τουλάχιστον την πλειοψηφία των εκπαιδευτικών μας, σ’ αυτό το επίπεδο; Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

           Η μεγαλύτερη αμοιβή για το δάσκαλο, λέει ο αυτός πατέρας της Εκκλησίας, δεν είναι ο μισθός του, αλλά η ποιότητα των μαθητών του.

           Πόσο ψηλά ήθελαν το δάσκαλο, οι Άγιοι Πατέρες, και πόσο χαμηλά κατεβάζει, συνήθως, ο ίδιος τον εαυτό του. Ο Ιεράρχης της Καισαρείας Βασίλειος, συμβουλεύει το δάσκαλο να είναι σοβαρός, καταρτισμένος, χαρούμενος, πιστός στην αποστολή του, καθαρόλογος, δίκαιος και υποδειγματικός. Συνιστά ιδιαίτερα, τη γνώση της παιδικής ψυχής και τονίζει την αξία των ψυχικών λειτουργών, όπως, τη προσοχή και τη μνήμη. Είναι πολύ σημαντικό, ότι αναφέρεται σ’ αυτό που εμείς ανακαλύψαμε, για την εκπαίδευση, τις τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή στον επαγγελματικό προσανατολισμό. «δει, λέει, μετά πολλής περισκέψεως δοκιμάζεσθαι  προς τι έκαστος έπιτηδείως έχει και ούτος εγχειρίζεσθαι ότι  έργον». Δηλαδή, με πολλή προσοχή, να δοκιμάζεται ο καθένας και βεβαίως ο νέος άνθρωπος, σε ποια εργασία έχει κλήση και κατόπιν να προχωρεί στην άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

           Κυρίες και κύριοι, ο λόγος των επιφανών Ιεραρχών, που κάθε χρόνο μνημονέυουμε, θα έχει πάντοτε, όσα χρόνια κι αν περάσουν, σαν εγερτήριο σάλπισμα αυτοσυνειδησίας για τους θέλοντες να πιστεύουν στην αλήθεια. Θα συμβαίνει αυτό γιατί ο λόγος τους πηγάζει από το λόγο Εκείνου που είπε. «Εγώ ειμί η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή»(Ιωαν. ιδ, 6).

           Φίλες και φίλοι, εδώ θα έπρεπε να τελειώσω την ομιλία, με κάποιο χαρούμενο μήνυμα για την εποχή μας. Δυστυχώς όμως θα κλείσω, με τη διαπίστωση ενός από τους πολλούς φωτισμένους κληρικούς μας, που βλέπουν τη σημερινή Εκκλησιαστική ζωή, και συγκεκριμένα την Ορθοδοξία μας, με καθαρά μάτια, και γι αυτό με πολλή λύπη.

         Πράττω αυτό, γιατί πιστεύω, ότι την αλήθεια όσο και να την σκεπάσεις, δε θα μπορέσεις ποτέ να την εξαφανίσεις. Κάποτε θα εκραγεί, θα πετάξει τα καλύμματα το φως της θα λάμψει.

         Λέει λοιπόν ο π. Αρσένιος Μέσκος «……ο θεμέλιος λίθος της ορθοδοξίας, η πίστη και ο πόθος της Αγιότητος, ως κυρίαρχη αξία, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δεν υπάρχει πολλές φορές ούτε σαν απλή υποψία. Η ορθοδοξία ταυτίζεται με κάποιες βυζαντινές εικόνες, τη βυζαντινή μουσική, το καντήλι ή τη νηστεία και την παρακολούθηση των παραδοσιακών ακολουθιών, που συμβαίνει καμία φορά τα media να φροντίζουν να λειτουργούν αυτά ως πιστοποιητικά Ορθοδοξίας για κάποιους επίσημους ανθρώπους. Ο σκοπός και ο λόγος όλων αυτών των συνηθειών έχει ξεχασθεί. Για τους πολλούς η ορθοδοξία μοιάζει με ένα όστρακο, από το οποίο ο ζωντανός οργανισμός, που υπήρχε μέσα έχει πεθάνει και έμεινε μόνο το εξωτερικό κέλυφος για να διακοσμεί κάποιο σαλόνι.(παρατηρώντας εν Χριστώ σελ 179).