Ο Ιερεύς και η Ιεροσύνη – Αγ. Ιω άννου του Χρυσοστόμου

Ο Ιερεύς και η Ιεροσύνη *
του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

πηγή: Ιερός Ναός Αγ. Θεράποντος Μυτιλήνης

Tους κληρικούς, που κατοικούν στη γη και διαμένουν σ’ αυτήν, ο Θεός τους εμπιστεύθηκε να διευθύνουν τα πράγματα του ουρανού. Kαι έλαβαν εξουσία, που ούτε σε αγγέλους, ούτε σε αρχαγγέλους έδωκε ο Θεός… Έχουν κι εδώ οι άρχοντες του κόσμου την εξουσία να δεσμεύουν, αλλά μόνο τα σώματα. Aυτή, όμως η δέσμευση, που κάνουν οι κληρικοί, αγγίζει την ίδια την ψυχή και φθάνει στα ουράνια. Kι όσα κάνουν οι ιερείς κάτω στη γη, αυτά επικυρώνει ο Θεός πάνω στον ουρανό. Kαι βεβαιώνει ο Kύριος την απόφαση των δούλων.

Πιο μεγάλη δύναμη έδωσε ο Θεός στους ιερείς, παρά στους φυσικούς μας γονείς. Kαι τόση είναι η διαφορά ανάμεσά τους, όση είναι ανάμεσα στην παρούσα και τη μέλλουσα ζωή. Oι μεν φυσικοί γονείς φέρνουν παιδιά γι’ αυτήν, την παρούσα ζωή· οι δε ιερείς κάνουν πνευματικά παιδιά, άξια για τη μέλλουσα ζωή.

H καταστρεπτική φλόγα του φθόνου περιστοιχίζει τους ιερομένους, υψώνεται από παντού, έρχεται ακριβώς επάνω τους και εξετάζει εξονυχιστικά το βίο τους, περισσότερο από τη φωτιά που τριγύριζε τότε τα σώματα των τριών Παίδων. Όταν λοιπόν βρει, έστω και μικρό καλάμι, θα προσκολληθεί αμέσως επάνω του και το σάπιο μέρος του θα το κατακάψει, το δε υπόλοιπο οικοδόμημα, έστω κι αν τύχει να είναι λαμπρότερο κι από του ήλιου τις ακτίνες, θα το καψαλίσει απ’ έξω με κείνον τον καπνό και το μουτζούρωσε ολόκληρο. Έως ότου μεν η ζωή του ιερέως είναι καθ’ όλα πολύ ενάρετη, μένει απρόσβλητη από τις επιβουλές των κακών. Eάν δε τύχει να παραβλέψει κάτι μικρό, όπως εύλογο είναι, αφού άνθρωπος είναι κι αυτός και περνά το φουρτουνιασμένο πέλαγος της ζωής αυτής, όσο μεγάλα και καλά κι αν είναι τ’ άλλα του έργα, κανένα όφελος δε θα ‘χει απ’ αυτά, ώστε να μπορέσει να σωθεί από τα στόματα των κατηγόρων του, αλλά θα τα σκιάσει το μικρό αυτό αμάρτημά του. Kαι όχι σα να έχει σάρκα και σα να είναι απλός άνθρωπος κι ο ιερεύς, αλλά σα να ήταν άγγελος, χωρίς καμιά ανθρώπινη αδυναμία, θέλουν όλοι να τον καταδικάσουν.

Όταν παρακαλεί το Άγιο Πνεύμα ο ιερεύς και κάνει την τόσο φρικτή Θυσία και αδιάκοπα αγγίζει τον Kύριο των όλων, ποια θέση τού δίνουμε, πες μου, και πόση ψυχική αγνότητα θα απαιτήσουμε απ’ αυτόν και πόση ευλάβεια; Kατάλαβε λοιπόν πως πρέπει να είναι αυτά τα χέρια, που εκτελούν τέτοιες υπηρεσίες, ποια πρέπει να είναι αυτή η γλώσσα, που τέτοια άγια λόγια βγάζει από το στόμα, αυτή δε η ψυχή που υποδέχτηκε τόση Xάρη του Aγίου Πνεύματος, πόσο πιο καθαρή και πιο άγια από το κάθε τι πρέπει να είναι. Eκείνες τις στιγμές και άγγελοι έχουν σταθεί κοντά στον ιερέα και όλο το τάγμα των ουρανίων δυνάμεων φωνάζει και όλος ο χώρος, γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει, για τιμή του Θείου Aμνού, που θυσιάζεται για χάρη μας.

Mεγάλη είναι η αξία των ιερέων, γιατί συ φροντίζεις για τα δικά σου, κι αν τα τακτοποιήσεις καλά, κανείς δεν θα σε κατηγορήσει για τα ξένα. Όμως, ο ιερεύς, αν τη μεν δική του ζωή καλά κυβερνήσει, για τη δική σου όμως, δηλαδή για όλους τους γύρω του, δε φροντίσει με προσοχή, πηγαίνει στην κόλαση με όλους τους κακούς. Kαι πολλές φορές, ενώ δεν προδόθηκε από τη δική του ζωή, χάνεται, αν δεν κάνει τέλεια όλα τα καθήκοντά του. Γνωρίζοντας λοιπόν πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος, πρέπει να προσφέρετε σ’ αυτούς πολλή συμπάθεια. Aυτό εννοεί κι ο Παύλος, λέγοντας πως «αγρυπνούν για τις ψυχές μας. Kι όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά και, ως υπεύθυνοι, θα δώσουν λόγο στο Θεό» (Eβρ. 13, 17).

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά όλα, και το Θεό να φοβούμαστε, και τους ιερείς Tου να σεβόμαστε, προσφέροντας σ’ αυτούς, ανάλογα με την αξία τους κάθε τιμή.

H ψυχή του ιερέως καθόλου δε διαφέρει από πλοίο, που το δέρνει η τρικυμία. Aπό παντού στιγματίζεται και κατακρίνεται βαριά, από φίλους, από δικούς του, από εχθρούς, από ξένους.

Tίποτε άλλο δεν παροργίζει τόσο το Θεό, όσο οι ανάξιοι ιερείς.

O Πατήρ, ο Yιός και το Άγιο Πνεύμα τα ενεργούν όλα, ο δε ιερεύς δανείζει τη γλώσσα του και δίνει το χέρι του, για την τέλεση των Mυστηρίων.

Tο χέρι του Eπισκόπου είναι τοποθετημένο πάνω στον άνθρωπο, όλα όμως τα κάνει ο Θεός και το χέρι του Θεού είναι που ακουμπά στο κεφάλι του χειροτονουμένου, αν χειροτονείται όπως πρέπει.

Kαι διαμέσου αναξίων συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός και διόλου δεν βλάπτεται η Xάρη των Mυστηρίων από τη ζωή του ιερέως. […]

Aυτή η εξουσία, η ιεροσύνη, είναι τόσο ανώτερη από την πολιτική, για σύγκριση, όσο ο ουρανός από τη γη κι ακόμη πολύ περισσότερο.

Όλους τους κληρικούς δεν τους χειροτονεί ο Θεός, διαμέσου όλων, όμως, Aυτός ενεργεί.

Άλλη είναι η εξουσία της βασιλείας κι άλλη η εξουσία της ιεροσύνης, αλλ’ αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη. Γιατί δε φανερώνεται ο βασιλιάς απ’ όσα φαίνονται, ούτε πρέπει να κρίνεται από τα πολύτιμα πετράδια που φέρνει πάνω του κι από τα χρυσαφικά που φορεί. Aυτός έτυχε να διοικεί τα πράγματα της γης, της ιεροσύνης όμως το αξίωμα έχει οριστεί από τον ουρανό. Στο βασιλιά έχουν εμπιστευθεί τα επίγεια πράγματα, στους ιερείς τα ουράνια. Mη λοιπόν κατηγορήσεις την ιεροσύνη, όταν δεις ιερέα ανάξιο. Δεν πρέπει να κατηγορήσεις το θεσμό, αλλ’ αυτόν που έχει κάνει κακή χρήση του καλού. Eπειδή και ο Iούδας προδότης έγινε, αλλά δεν είναι αυτό κατηγορία της αποστολής του, αλλά της κακής διαθέσεώς του. […]

Tης ιεροσύνης ο θρόνος έχει στηθεί στα ουράνια και αυτά της έχουν επιτρέψει να διαχειρίζεται. Ποιος τα λέει αυτά; O ίδιος ο ουράνιος Bασιλιάς. Γιατί λέει «όσα δε θα συγχωρέσετε κάτω στη γη, δεν θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς και όσα συγχωρέσετε στη γη θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς» (Iωάν. 20, 22-23). Ποιο θα γίνει άρα ίσο μ’ αυτήν την τιμή; Eπειδή ο κριτής κάθεται στη γη, ο Δεσπότης ακολουθεί το δούλο και, όσα αυτός κάτω αποφασίσει, τα επικυρώνει Eκείνος επάνω. Aνάμεσα στο Θεό και την ανθρώπινη φύση έχει σταθεί ο ιερεύς, κατεβάζοντας σε μας τις ευλογίες κι ανεβάζοντας εκεί πάνω τις θερμές μας παρακλήσεις. Όταν Eκείνος οργίζεται, Tον συμφιλιώνει με την κοινή ανθρώπινη φύση και μας αρπάζει από τα χέρια Tου, όταν παραβαίνουμε τις εντολές Tου. Γι’ αυτό, και το βασιλικό κεφάλι ακόμη, κάτω από τα χέρια του ιερέα βάζει ο Θεός, διδάσκοντάς μας ότι ο ιερέας είναι μεγαλύτερος άρχοντας από το βασιλιά.

——————–

* Aπό το βιβλίο: «Aι Aλήθειαι της πίστεως κατά τον Άγιον Xρυσόστομον», Nικολάου Γ. Nευράκη, Aθήνα 1972 (σελ. 167-171)

Ο γάμος – η αγαμία και η Αγιότητα

Ο ΓΑΜΟΣ – Η ΑΓΑΜΙΑ
ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ

+ ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Τί εἶναι ὁ γάμος. Ἱστορικά στοιχεῖα

Χωρίς λεπτομερεῖς προσεγγίσεις τοῦ θέματος, μποροῦμε, μέ ἁπλά λόγια, νά ποῦμε ὅτι · Γάμος εἶναι ἡ ψυχική καί σωματική ἐπικοινωνία καί ἕνωση τοῦ ἄντρα καί τῆς γυναίκας, γιά τήν ἀναγκαία ἀλληλοβοήθεια στό δρόμο τῆς ζωῆς καί τήν ἀπόκτηση ἀπογόνων, ὅταν αὐτό εἶναι ἐφικτό.

Ὁ γάμος, σάν κοινωνικός θεσμός, εἶναι ἀρχαιότατος. Ὅμως, μέσα ἀπό τίς χιλιετίες τῆς ὕπαρξής του, καί μέχρι νά φθάσει στή σημερινή του ὑπόσταση, πέρασε ἀπό διάφορες φάσεις.

Στά πολύ παλιά χρόνια, ἡ ἑνωτική ἐπικοινωνία ἀντρῶν καί γυναικῶν, ἦταν ἐλεύθερη, χωρίς συγγενικούς δεσμούς καί ἀπαγορεύσεις. Καθώς, όμως, περνοῦσαν οἱ ἐποχές καί ἡ αὐτο-γνωσία τῶν ἀνθρώπων ἐξελισσόταν, σέ συνάρτηση πάντοτε μέ τίς κοινωνικές δομές, κάθε τόπου καί φυλῆς, ἄρχισε ὁ γάμος νά ἀποκτάει πιό συγκεκριμένη μορφή, μέ ὑποχρεώσεις καί δεσμεύσεις μεταξύ τῶν συζύγων. Ἔγινε δεσμός ζωῆς μέ διάρκεια στό χρόνο.

Βέβαια ἡ ὑπόσταση τοῦ γάμου, στις ἀνθρώπινες κοινωνίες, δέν εἶναι πάντοτε καί παντοῦ ἡ αὐτή. Οἱ σημαντικώτερες σήμερα διαφορές, παρατηροῦνται σέ κάποιες φυλές τῆς Κεντρικῆς Ἀφρικῆς, τῆς Πολυνησίας καί τῆς Ν. Ἀμερικῆς. Ἐκεί, ἡ ἔγγαμη ζωή τῶν κατοίκων, διατηρεῖ ἀρκετά στοιχεῖα πρωτόγονης συμπεριφορᾶς.

Ὁ γάμος, στις κοινωνίες τῶν Χριστιανῶν, ἀπό τίς πρῶτες δεκαετίες τῆς νέας πίστεως, εἶχε τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, ἡ Χριστιανική οἰκογένεια διέφερε, σέ ποιότητα ζωῆς, ἀπό κάθε ἄλλη μορφή συμβίωσης.

Ἀπό τόν Θ’ αἰῶνα ὁ γάμος ἀναγνωρίστηκε, ἀπό τό Κράτος τῶν Βυζαντινῶν, σάν κοινωνικός θεσμός, ἐνῶ πιό νωρίς εἶχε διαμορφωθεῖ, ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ἱερολογία τοῦ μυστηρίου πού διατηρεῖται μέχρι σήμερα.

Στούς τελευταίους χρόνους, θεσπίστηκε στήν πατρίδα μας καί ὁ πολιτικός γάμος. Σ᾿ αὐτόν ἀπουσιάζει ἡ Ἐκκλησιαστική ἱερολογία καί, οἱ ἐπιθυμούντες νά ἔρθουν σέ κοινωνία γάμου, δίνουν τή διαβεβαίωση ἐνώπιον τοῦ τοπικοῦ ἐκπροσώπου τῆς Πολιτείας. Ἔτσι οἱ πολίτες, ἀνάλογα μέ τά πιστεύω τους, ἔχουν τήν εὐχέρεια τῆς ἐπιλογῆς τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποίο προτιμοῦν νά ἑνώσουν τή ζωή τους. Ἡ θέσπιση τοῦ πολιτικοῦ γάμου, παρά τίς ἀρχικές ἀντιρρήσεις πολλῶν, ὑπήρξε εὐεργετική, για δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί ἀπάλλαξε αὐτούς πού δέν πίστευαν στήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου, ἀπό τήν ὑποχρέωση νά τελοῦν μιάν ἀκολουθία, γία τήν ὁποία δέν εἶχαν κανένα ἐνδιαφέρον καί δεύτερον, μέ τόν πολιτικό γάμο, ἔπαυσε ὁ ἐμπαιγμός τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου, κατά τήν ὥρα τῆς τελέσεώς του, ἀπό τούς ἀρνητές τῆς ἱερότητάς του.

Προϋποθέσεις τοῦ γάμου

Δυό ἄνθρωποι, γιά νά φτάσουν σέ κοινωνία γάμου, πού μπορεῖ νά δώσει καλές προοπτικές, γιά τή συνέχεια τῆς ζωῆς τους, πρέπει νά ἔχουν κάποιες ἀπαραίτητες προϋποθέσεις.

Μιά πρώτη προϋπόθεση, εἶναι ἡ ψυχική καί σωματική ὑγεία. Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν στερεῖται τῆς ὑγείας, εἶναι δύσκολη. Γίνεται ὅμως δραματική μέσα στήν οἰκογένεια.

Ὅταν ὁ ἕνας ἀπό τούς συζύγους, ἤ πιό πολύ καί οἱ δύο, ἔχουν προβλήματα ὑγείας, τότε ἀνοίγουν μιά πόρτα δυστυχίας γιά τή ζωή τους. Αὐτή ἡ δυστυχία γίνεται πιό μεγάλη ὅταν ἀποκτήσουν παιδιά. Τότε ἀκολουθοῦν δύσκολα χρόνια γιά ὅλη τήν οἰκογένεια.

Συχνά ἔχουμε τό φαινόμενο τῆς ἀπόκρυψης κάποιου σωματικοῦ ἤ ψυχικοῦ ἐλλείματος, ἀπό τόν ἕνα, ἤ καί ἀπό τούς δύο μελλονύμφους, γιά «νά μη χαλάσει ὀ γάμος». Καί ὁ γάμος βέβαια, μέ τήν ἀπόκρυψη τῆς ἀλήθειας, μπορεί νά μή χαλάσει, ὅμως θά χαλάσει ἡ ζωή τῶν μελλονύμφων, ἀπό τό γάμο καί ὕστερα. Αὐτό εἶναι τό τρομερό, γιά ὅλη τήν οἰκογένεια.

Πόσο προτιμώτερο θά ἦταν, νά μή εἶχε γίνει ποτέ ἕνας τέτοιος γάμος. Ἕνας γάμος δυστυχίας.

Δεύτερη προϋπόθεση εἶναι ἡ κατάλληλη ἡλικία τῶν μελλονύμφων. Αὐτή εἶναι ἀναγκαία καί γιά τήν ὑγεία τοῦ σώματος, ἀλλά καί τή νοητική ὡριμότητα.

Σέ παλιούς χρόνους, ὅπως τούς Βυζαντινούς καί μεταγενέστερους, οἱ γονείς πάντρευαν τά παιδιά τους, ἀπό τῆς ἡλικίας τῶν δώδεκα χρόνων γιά τά κορίτσια καί δεκατεσσάρων γιά τά ἀγόρια. Αὐτό γινόταν συχνά καί στήν πατρίδα μας, τά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, γιά νά τά προφυλάξουν ἀπό τό παιδομάζωμα καί νά ἐξασφαλίσουν, ἀπό τίς ἁρπαχτικές διαθέσεις τῶν Τούρκων, τά περιουσιακά στοιχεία πού ἔγραφαν στό ὄνομά τους.

Στά χρόνια μας, ὁ γάμος στίς μικρές αὐτές ἡλικίες, δέν ἀπαντᾶται, παρά μόνο στούς καταυλισμούς τῶν Ἀθιγγάνων, ὅπου ἡ κοινωνική συμβίωση εἶναι πολύ καθυστερημένη.

Μιά ἄλλη προϋπόθεση, εἶναι ἡ ἐλεύθερη θέληση τοῦ ζεύγους, πού ἔρχεται σέ κοινωνία γάμου.

Ὁ ἀναγκασμός στό γάμο εἶναι πράξη βάρβαρη, πού θά ὁδηγήσει ἀργότερα σέ ἐξελίξεις δυσάρεστες. Συμβαίνει αὐτό, ὅταν, ἀπό τούς μελλονύμφους, λείπει ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη, πού ἀποτελεῖ τό πρῶτο καί κύριο συστατικό τοῦ γάμου καί παραταῦτα ὁ γάμος τελεῖται.

Στήν ἐποχή μας, ἰδιαίτερα, ὁ γάμος χωρίς τήν ἐλεύθερη συγκατάθεση τῶν μελλονύμφων, θά ὁδηγηθεῖ ἀσφαλῶς στή διάλυση σέ σύντομο χρόνο.

Τέλος, καλή προϋπόθεση τοῦ γάμου, ἀποτελεῖ ἡ ὕπαρξη συμφωνίας τῶν ἐνδιαφερομένων, πάνω σέ βασικά θέματα τῆς ζωῆς, ὅπως ἡ ἐργασία, ἡ τεκνογονία, οἱ θρησκευτικές ἀναζητήσεις, ἀκόμη καί ο τόπος κατοικίας. Ὅμως ὁ ἐνθουσιασμός πού πολλές φορές παρατηρεῖται πρό τοῦ γάμου, ὄχι μόνο ἀπό τούς δύο ἐνδιαφερομένους, ἀλλά καί ἀπό τούς συγγενεῖς, ὅταν βέβαια καί αὐτοί συμμετέχουν, κατά κάποιο τρόπο, «γιά νά τελειώνουμε γρήγορα καί ἀργότερα τά πράγματα θά βροῦν τό δρόμο τους», παραβλέπει πολλά, ἀπό τά πιό πάνω βασικά στοιχεῖα, γιά τήν καλή λειτουργία τῆς νέας οἰκογένειας καί ἔτσι, μετά ἀπό κάποιο χρόνο, ἀρχίζουν νά φαίνονται οἱ δύσκολες μέρες, μέ τά γνωστά ἐπακόλουθα.

Σέ περασμένα χρόνια, ὅπου ἡ πρό τοῦ γάμου ἐπικοινωνία τῶν νέων, γιά τήν ἀμοιβαία γνωριμία ἦταν ἀδύνατη, σημαντικό ρόλο γιά τήν κάλυψη αὐτῆς τῆς ἀνάγκης εἶχαν οἱ προξενῆτρες. Στά Βυζαντινά χρόνια τίς ὠνόμαζαν κουρκουσοῦρες.

Τό ἐπάγγελμά τους, ἐπ᾿ ἀμοιβῇ βέβαια, ἦταν νά κάνουν, μέ προξενιό, τούς γάμους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Οἱ προξενητάδες καί οἱ προξενῆτρες, μέσα ἀπό πολλά ψέμματα καί λίγες ἀλήθειες, κανόνιζαν ὅλα τά θέματα τοῦ γάμου, ὅπως τῆς προίκας, τῆς κατοικίας κ.ἄ.

Σήμερα, προηγεῖται τοῦ γάμου, ἡ προσωπική γνωριμία. Σέ ἐλάχιστες περιπτώσεις, ὑπάρχει ἀκόμη καί τό προξενιό, σέ διαφορετικά ὅμως πλαίσια, ἀπό ἐκεῖνα τοῦ παρελθόντος.

Τέλος, στίς μέρες μας λειτουργοῦν καί τά γραφεῖα τῶν συνοικεσίων, πού, μέ ἐπιτυχία πολλές φορές, ἀναλαμβάνουν τό
ρόλο τῶν παλιῶν προξενητάδων.

Ἡ καλλίτερη, πάντως, πορεία γιά τό γάμο, εἶναι ἡ προσωπική ἐπικοινωνία καί ἀμοιβαία γνωριμία τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐφ᾿ ὅσον αὐτή κρατηθεῖ στό ὕψος τῆς εἰλικρίνειας καί τῆς ἀξιοπρέπειας καί βέβαια ὅταν, καί γιά τούς δύο, ἡ ἡλικία καί οἱ ὑπόλοιπες προσωπικές ἤ καί κάποιες οἰκογενειακές ὑποχρεώσεις δέν ἀποτελοῦν ἐμπόδιο. Διαφορετικά, ἡ προσωπική γνωριμία, ἀντί νά τακτοποιήσει θέματα, θά δημιουργήσει πολλά ἄλλα.

Ἡ περίοδος τῶν ἀρραβώνων πού, παλιότερα ἄρχιζε μέ τήν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος καί συχνά μέ ἱερατική εὐλογία, σήμερα σχεδόν ἔχει ἐκλείψει. Τότε μάλιστα, ὁ ἀρραβώνας, ἐθεωρεῖτο ἰσχυρή ὑπόσχεση γάμου.

Σήμερα δυστυχῶς αὐτές οἱ παραδόσεις τῶν περασμένων ἐποχῶν, θεωροῦνται ἀναχρονιστικές καί περιφρονοῦνται.

Οἱ πρό τοῦ γάμου σχέσεις τῶν νέων εἶναι ἐλεύθερες στίς περισσότερες περιπτώσεις. Ἄν κάποιος τούς ὑπενθυμίσει καί τό γάμο, ἀπαντᾶνε · Ἔ, καί ἄν πατρευτοῦμε, τώρα πιά, τί θά ἀλλάξει στή ζωή μας;

Δυστυχῶς ἡ ἱερότητα τοῦ μυστηρίου στήν ἐποχή μας, ἔχει καταπέσει. Ἡ πιό σπουδαία ὑπόθεση τῆς ζωῆς, μετά τήν ὑγεία, ἔχει φθάσει σχεδόν στα ἀζήτητα. Οἱ νέοι, σέ μεγάλο ποσοστό, δέν ἐνδιαφέρονται γιά γάμο καί οἰκογένεια. Ἄν κάποτε φθάσουν στό γάμο, τόν πιστεύουν σάν ἁπλή σύμβαση, γιά νά περάσουν καλλίτερα, ὅσο καιρό ἐξυπηρετοῦνται ἀπό αὐτόν. Κατόπιν; Πολύ ἁπλό · ἡ διάλυσή του. Δέ γνωρίζουν ὅτι ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια, ἐκτός ἀπό χαρά καί εὐτυχία, ἔχει καί πολλές πίκρες, πού ἀντιμετωπίζονται μόνο μέ τήν αἴσθηση τοῦ καθήκοντος, ἀπέναντι στήν ἱερότητα αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ. Οἱ νέοι σήμερα, κουράζονται γρήγορα μέσα στό γάμο. Τόν πιστεύουν σάν μια περιπέτεια περίπου σάν τίς ἄλλες καί συχνά σάν βιοποριστική ταχτοποίηση. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι, πολύ φυσικό, νά ἀπουσιάζει, ἡ ἀπαραίτητη γιά τό γάμο, ἠθική ἐντιμότητα. Ἔτσι πολύ γρήγορα ἀκολουθεῖ ἡ συζυγική ἀπιστία καί βέβαια ἡ διάλυση τῆς οἰκογένειας.

Ἔγγαμος ἤ ἄγαμος ὁ Χριστιανός;

Για τον άληθινό Χριστιανό τά αφορῶντα στό θέμα τοῦ γάμου, ὅπως οἱ σκέψεις, οἱ ἀποφάσεις καί οἱ πράξεις, πρέπει νά πηγάζουν ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί νά ἀποβλέπουν στήν ψυχική τελείωση καί τόν ἁγιασμό του.

Ὁ Θεόπνευστος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει · «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε εἴτε τί ποιεῖτε, πάντα πρός δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε». (Α’ Κορ. ι, 31).

Ἑπομένως, ἄν τό φαγητό τοῦ Χριστιανοῦ, τό πιοτό καί ὁτιδήποτε ἄλλο, πού τόν ἀφορᾶ, πρέπει νά γίνεται γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ, πόσο μάλλον ἡ ὑπόθεση τοῦ γάμου πού εἶναι ἡ σημαντικότερη ἐπιλογή τῆς ζωῆς; Ὁ γάμος δέν εἶναι ὑποχρεωτικός γιά τούς πιστούς. Ὅμως ὅταν ἀποφασίζεται, ἡ ἱεροτελεστία του εἶναι ὑποχρεωτική, γιατί εἶναι ἁγιαστική, ὅπως καί στα ἄλλα δύο μή ὑποχρεωτικά μυστήρια, δηλαδή στό εὐχέλαιο, καί τήν ἱερωσύνη.

Ὁ πιστός πού ἔρχεται σέ κοινωνία γάμου, ὅταν και ὅπως πρέπει, ἐπιτελεῖ ἔργο Θεοῦ. Καί τοῦτο γιατί, ἀφ᾿ ἑνός μέσα στό γάμο διασφαλίζει τίς προσωπικές του ἀνάγκες, ὅπως αὐτές τοῦ δόθηκαν ἄπό τό Δημιουργό καί ἀφ᾿ ἑτέρου γιατί γίνεται συνεργάτης τοῦ Θεοῦ, συμβάλοντας, μέ τήν τεκνογονία, στή συνέχεια τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Μέσα στό γάμο ὁλοκληρώνεται ὁ ἄνθρωπος καί νιώθει τήν πληρότητα τῆς ζωῆς. Θά λέγαμε ὅτι πλησιάζει ἴσως τόν προορισμό του μέ περισσότερες δυνατότητες.Ἡ οἰκογένεια, ὅταν βαδίζει σωστά, γίνεται μιά μικρή Χριστιανική Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ «κατ᾿ οἶκον Ἐκκλησία» κατά τόν Θεῖο Παῦλο.

Οἱ φωνές τῶν παιδιῶν μέσα στό σπίτι, τά γέλια καί τά κλάματα, δίνουν τό μήνυμα τῆς νέας ζωῆς καί τῆς συνέχειας τοῦ ἀνθρώπινου κόσμου. Μέσα στήν οἰκογένεια θά σφυρηλατηθοῦν οἱ καλοί χαρακτῆρες καί ἀπό αὐτή ἀργότερα θά προκύψουν οἱ ἀληθινοί λειτουργοί τῆς κοινωνικῆς ἀγάπης.

Ἡ ἀγάπη τῶν γονιῶν πρός τά παιδιά, τῶν παιδιῶν πρός τούς γονεῖς καί τῶν ἀδελφῶν μεταξύ τους, θά δώσει στό χαρακτῆρα τῶν νέων ὑπάρξεων τό μέτρο τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἀλήθειας. Τέλος στήν οἰκογένεια, τή σωστή οἰκογένεια, θά μάθουν τά παιδιά νά σέβονται καί να λατρεύουν τό Θεό, πού στό ἑξῆς θά ἀποτελεῖ γι᾿ αὐτά τό καταφύγιο σε κάθε δυσκολία τους.

Ὅμως ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια δέν εἶναι πάντοτε τό λιμάνι τῆς γαλήνης καί τῆς ἀσφάλειας.

Συχνά γίνεται χῶρος λύπης καί πόνου. Ἀπό τά παλιά χρόνια δυσμενεῖς παράγοντες χτυποῦσαν τήν οἰκογένεια καί   σήμερα τή χτυπᾶνε πιό πολύ.

Δυστυχίες ἀπρόβλεπτες, ὅπως ἀτυχήματα, ἀρρώστιες, ἀπογοητεύσεις, ἀποτυχίες στις προσδοκίες τοῦ γάμου καί πολλά ἄλλα ἐνδεχόμενα, γίνονται καταστάσεις πού πληγώνουν τούς συζύγους και πολλές φορές τά παιδιά.

Ποιός εἶπε ἤ ποιός μπορεῖ να ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ ζωή δικαιοῦται τη συμμετοχή της μόνο στή χαρά καί τήν εὐτυχία; Ποιός μᾶς ἔδωσε ἐγγύηση ὅτι ἄν παντρευτοῦμε ἡ ζωή μας θά κυλάει ἀνέφελη; Παρά ταῦτα, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀκολουθήσει μιά πορεία στή ζωή του. Τήν πορεία ἐκείνη πού, πιστεύει ὅτι θά τή βαδίσει με λιγώτερες δοκιμασίες. Ἀπό κεῖ καί πέρα, ὁ θεός ἔχει τό λόγο, γιά ὅ,τι ἤθελε προκύψει. Εἴτε μικρές χαρές καί μικρές λύπες, εἴτε μεγάλες χαρές καί μεγάλες λύπες, ὅλα εἶναι ἐνδεχόμενα καί πρέπει νά τά δεχόμαστε, με ὑπομονή καί ἐμπιστοσύνη στό Θεό γιατί αὐτός τά ἐπιτρέπει.

Σέ κάθε μεγάλη δυσκολία ἄς θυμόμαστε τά λόγια τοῦ Θείου Παύλου · «Ὁ Θεός οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθεῖναι ὑπέρ ὅ δύ-νασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν, τοῦ δύ-νασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν». Δηλαδή ὁ Θεός δέν θά σᾶς ἀφήσει νά πειρασθεῖτε παραπάνω ἀπότίς δυνάμεις σας, ἀλλά, μαζί με τόν πειρασμό, θά φέρει καί τό τέλος τοῦ πειρασμοῦ, γιά μπορεῖτε να τόν ὑποφέρετε. (Α’ Κορ. 10, 13).

Δέν πρέπει νά παραλείψουμε, σέ τούτη, τήν ἀναφορά μας, τό μεγαλεῖο τῆς μάνας, μέσα στήν οἰκογένεια. Τῆς μάνας ὅμως τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας. Τῆς μάνας ἐκείνης πού, πάνω ἀπό τόν ἑαυτό της, τοποθετεῖ τά παιδιά καί τόν ἄντρα της. Τῆς μάνας τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἀκεραιότητας τοῦ χαρακτήρα. Τῆς ἡρωΐδας, τέλος μάνας, πού, μέσα στό σκοτάδι, βρίσκει τό δύσκολο μονοπάτι, πού θά φέρει στήν οἰκογένεια τή γαλήνη, τή χαρά καί το φῶς τῆς καλλίτερης μέρας.

Ὅταν ἤμουνα μικρό παιδί, κάποτε, εἶχα παρεισφρήσει στό πυκνό ἀκροατήριο κάποιου περιπλανώμενου λαϊκοῦ ἱεραπόστολου. Ἀρνέλλο τόν ἔλεγαν. Μιά φράση του μπῆκε, τό βράδυ ἐκεῖνο, στήν καρδιά μου καί ἀπό τότε μένει ἐκεῖ σάν φυλαχτάρι. Μιλοῦσε γιά τήν ἀγάπη καί τόν πόνο τῆς μάνας γιά τό παιδί της και ἔλεγε · «Ὅσο μετράει, ἀπέναντι στό Θεό, ἕνα καυτό δάκρυ τῆς μάνας, πού κυλάει πάνω στό φλογισμένο, ἀπό τόν πυρετό, μέτωπο τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ της, δέ μετρᾶνε οἱ προσευχές σαράντα μοναζουσῶν». Ἀλλά πρός Θεοῦ, μέ τή φράση αὐτή, δέν ἤθελε νά μειώσει τή μέγιστη ἀποστολή τῶν μοναζουσῶν ἀδελφῶν μας, πού προτίμησαν τή ζωή τῆς παρθενίας, τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἀκτημοσύνης, γιά νά ἔρθουν πιο κοντά στο Θεό. Ὅμως το πονεμένο μεγαλεῖο τῆς γονατιστῆς μάνας, πού προσεύχεται, μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας, κάτω ἀπό τό τρεμάμενο καντήλι, πού φωτίζει το χλωμό πρόσωπο τῆς Παναγιᾶς Μητέρας, δέ συγκρίνεται μέ κανένα ἄλλο.

Ἄς θυμηθοῦμε πάλι τά λόγια τοῦ Θείου Παύλου · «Ἡ γυνή σωθήσεται διά τῆς τεκνογονίας». (Τιμ. Α’, β, 14-15). Ἡ τεκνογονία, ὅταν συνοδεύεται ἀπό σύνεση καί εὐσέβεια, ἁγιάζει τή γυναίκα, γιατί αὐτή εἶναι ἐκείνη πού δίνει τό σώμα καί τήν πνοή σέ νέους ἀνθρώπους καί μέλλοντες οὐρανοπολίτες.

Ἀλλά ἐάν, ὁ ἔγγαμος θεοσεβής βίος τῶν λαϊκῶν, γίνεται ὁ ἐξωνάρθηκας τοῦ ναοῦ τῆς ἁγιότητας, πολύ περισσότερο συμβαίνει αὐτό στήν ἔγγαμη ζωή τῶν κληρικῶν. Καί τοῦτο γιατί, οἱ συνειδητοί ἔγγαμοι ἱερεῖς, φορτώνονται ὄχι μόνο τό βάρος τοῦ γάμου καί τῶν παιδιῶν τους, ἀλλά καί τό φορτίο τῆς ἱερωσύνης, μέ τήν ὁποία γίνονται πνευματικοί πατέρες πλήθους πιστῶν.

Ὁ ἔγγαμος ἱερέας, ὅπως βέβαια καί ο ἄγαμος, ὅταν εἶναι ἀφιλοχρήματος, φιλαλήθης, εὐγενής, ταπεινός καί ἔχει καλοσύνη, γίνεται ἐπίγειος ἄγγελος πού, λειτουργῶντας τά ἅγια μυστήρια, διαμορφώνει τίς ποθητές καθαρές ψυχές.

Ὅμως εἶναι ἀναγκαῖο νά τονιστεῖ ὅτι ἡ ἔγγαμη ἤ ἡ ἄγαμη ζωή, λαϊκῶν καί κληρικῶν, δέ γίνεται ἀφ᾽ ἑαυτῆς πηγήc ἁγιότητας. Συμβάλλει ὅμως στήν ἁγιότητα, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο, πού θά τή βιώσει ὁ Χριστιανός.

Ἑπομένως ὁ γάμος ἤ ἡ ἀγαμία, σάν ἐπιλογή ζωῆς, οὔτε ἀνοίγει οὔτε κλείνει τήν πόρτα τοῦ παραδείσου. Ὁ κάθε Χριστιανός ὀφείλει νά κάνει τήν ἐπιλογή του, ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητες, πού μπορεῖ νά ἀποκομίσει, ἀπό αὐτή ἤ ἐκείνη τήν ἐπιλογή, γιά τήν ἠθική του πορεία. Ἄν λ.χ. νομίζει ὅτι ὁ γάμος τοῦ γίνεται ἐμπόδιο, λόγῳ τῶν φροντίδων, πού δημιουργεῖ ἡ οἰκογένεια, ἄς ἀκολουθήσει τήν ἄγαμη ζωή. Ἄν ὅμως ὁ ἄγαμος βίος τόν φοβίζει, γιά τούς πολλούς πειρασμούς τῆς ζωῆς, ἄς ἀκολουθῆσει τόν ἔγγαμο βίο. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποίο θά ἀσκήσει τήν πνευματική του πορεία, μέσα ἀπό το γάμο ἤ τήν ἀγαμία, αὐτός θά προσδιορίσει τό μέλλον του ἀπέναντι στο Θεό.

Ἡ συμβουλή τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἐπί τοῦ θέματος, εἶναι ἡ ἀκόλουθη · «Δίδω γνώμη, σάν ἄνθρωπος πού ἔχω ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Κύριο, γιά νά εἶμαι διδάσκαλός σας καί σύμβουλος ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης σας · Εἶναι καλόν εἰς τόν ἄνθρωπον εἴτε ἄνδρας εἶναι, εἴτε γυναίκα, νά μένει ἔτσι δηλαδή ἄγαμος καί παρθένος». (Α’ Κορ. ζ’, 25-26).

Ὅπως γίνεται φανερό, ὁ Ἀπόστολος προτιμάει τήν ἀγαμία, ὄχι γιατί ἀφ᾽ ἑαυτῆς προάγει τήν ἁγιότητα, ἀλλά ἐπειδή, ὅπως λέει σέ ἄλλο στίχο, δημιουργεῖ λιγώτερες δυσκολίες στή ζωή καί συνεπῶς περισσότερες δυνατότητες γιά τήν ἄσκηση τοῦ ἔργου τῆς ἱεραποστολῆς, τό ὅποίο, πάνω ἀπό κάθε ἄλλο, τόν ἀπασχολοῦσε.

Για τό μεγάλο Ἀπόστολο, ὁ ἐπί γῆς βίος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἁπλά ὁ ἀνεπανάληπτος προθάλαμος τῆς αἰωνιότητας καί μέ αὐτή τήν ἔννοια τόν ἀξιολογεῖ. Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ οὐρανοπολίτη Παύλου ἔχει μεταφυσική προοπτική. Γι᾽ αὐτό κηρύττει · «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». (Εβρ. ιγ’, 14).

Συνεπώς, εἶναι λογικό, ἀφού ὁ στόχος τοῦ ἀνθρώπου, κατά τή διδασκαλία του, εἶναι ἡ μετά τόν φυσικό θάνατο ζωή, νά ἐπιδιώκει τήν ἀπαλλαγή τῆς ἐπίγειας ζωῆς ἀπό τά «βαρύδια» ἐκεῖνα πού καθυστεροῦν τήν προσαρμογή τοῦ ἀνθρώπου στήν πορεία τῆς πνευματικῆς ἐξέλιξης, δηλαδή τήν πρός τό Δημιουργό ὁμοίωσή του. Καί ἐπειδή, ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια, ἀπαιτοῦν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς δυναμικής τοῦ Χριστιανοῦ, τό ὁποίο κατ᾽ ἀνάγκην ἀφαιρεῖται, ἀπό τή δέουσα ἀφοσίωσή του στήν ἄσκηση τῶν ἱεραποστολικῶν ὑποχρεώσεων, εἶναι ἑπόμενο νά προτιμάει τόν ἄγαμο βίο.

Ὁπωσδήποτε κανένας Χριστιανός, λαϊκός ἤ κληρικός, ἄντρας ἤ γυναίκα, δέν μπορεῖ νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του πνευματικά προβεβλημένο, γιά αὐτή ἤ ἐκείνη τήν ἐπιλογή του, τήν ὁποία ἔκαμε ἐλεύθερα, σταθμίζοντας τίς προσωπικές του δυνατότητες καί ἀδυναμίες.

Στην κατηγορία τῶν ἀγάμων Χριστιανῶν ἀνήκουν ὄχι μόνο κληρικοί, ἀλλά καί πολλοί λαϊκοί. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί πού ἔμειναν μόνοι στή ζωή, εἴτε γιά λόγους ὑγείας, εἴτε ἀφοσίωσης στήν ἐπιστήμη, τίς τέχνες κ.λ.π., εἴτε ἐπειδή ἀντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες, πού τούς ἀφαίρεσαν τή δυνατότητα τοῦ γάμου, εἴτε γιά ἄλλους προσωπικούς λόγους, πού παρουσιάζονται στήν καθημερινότητα.

Μερικοί ἀπό τούς λόγους αὐτούς εἶναι οἱ οἰκογενειακές ἀντιρρήσεις, γιά μία συγκεκριμένη ἐπιλογή γάμου, οἱ οἰκονομικές δυσκολίες, οἱ συκοφαντίες, ἡ ἀπιστία σέ μία ὑπόσχεση κ.ἄ.

Βέβαια, ἡ ὁποιαδήποτε ἐπιλογή, δηλαδή τοῦ γάμου ἤ τῆς ἀγαμίας, εἶναι σεβαστή ἀπό τήν Ἐκκλησία, σάν τρόπος ζωῆς, ἀρκεῖ νά μήν ἀντιβαίνει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ τόν τρόπο πού τήν βιώνει ὁ πιστός.

Εἶναι γνωστό ὅτι στούς χρόνους μας ὁ γάμος,  περνάει βαθιά κρίση. Θεωρεῖται, ἀπό πολλούς, πού δυστυχῶς φέρουν καί τό ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, σάν δέσμευση ζωῆς καί ἑπομένως ἀναχρονισμός. Ἐπιλέγουν τήν ἐλεύθερη συμβίωση ἤ τό λιγώτερο, δέχονται το γάμο, σάν σύμβαση δύο ἀτόμων, πού ἑνώνονται με πολιτικό ἤ ἀκόμη καί Ἐκκλησιαστικό γάμο, ἀλλά πού τόν διαλύουν, ὅποτε τόν βαρεθοῦν ἤ ἀντιμετωπίσουν κάποιες δυσκολίες, ἀντικειμενικά, ὅμως, ἀβάσιμες γία νά δικαιολογήσουν τή διάλυσή του.

Οἱ ἀπερίσκεπτοι αὐτοί ἄνθρωποι, ἐνῶ ἔχουν δημιουργήσει ὁ ἔνας ἀπέναντι στόν ἄλλο εὐθύνες ἰσόβιας συζυγίας καί ἀπέναντι στά παιδιά τους ἀπαράγραπτες ὑποχρεώσεις οἰκογενειακῆς γαλήνης, ἐλαφρᾶ τῆ καρδίᾳ, μέ τό «ἔτσι θέλω» ἐγκληματικά ἐνεργοῦντες καταστρέφουν τήν οἰκογένεια. Πρόκειται περί ἀσυνείδητων ἀνθρώπων, πού θέλησαν νά παίξουν μέ τήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου καί τήν ἁγιότητα τοῦ ἱεροῦ, πού λέγεται οἰκογένεια.

Συχνά δέν σταματᾶνε ἐδῶ. Προχωρᾶνε ἀκόμη πιό πέρα, σέ ἐπιπολαιότητα καί ἐλαφρότητα σκέψης καί συμπεριφορᾶς. Καυχῶνται γιά τήν πράξη τῆς διάλυσης τοῦ γάμου τους. Ἔτσι περιφέρουν με καμάρι τόν τίτλο τοῦ «χωρισμένου»ἤ πιό συχνά τόν τίτλο τῆς «χωρισμένης» και κυκλοφορούν σάν νά μη συμβαίνει τίποτα. Στον κόσμο τῆς ἐποχῆς μας, τά πάντα ἐπιτρέπονται καί ἀκόμη ἐπαινοῦνται ἀρκεῖ νά μᾶς εὐχαριστοῦν. Ἡ δυστυχία πού ἀκολουθεῖ στή ζωή τῶν ἄλλων, μικρῶν καί μεγάλων, ἀπό τή δική μας ἐλαφρότητα, εἶναι κατάσταση πού δέν ἐνδιαφέρει. Τό ἐγώ καί ἡ λατρεία του, πάνω καί πέρα ἀπό κάθε ἄλλη ἀξία τῆς ζωῆς.

Ἐπιλεγόμενα

Ἀγαπητοί φίλες καί φίλοι, τελειώνοντας, θεωρῶ σκόπιμο νά ἐπισημάνουμε ὅτι, ὁ Χριστιανός, λαϊκός ἤ κληρικός, ἄντρας ἤ γυναίκα, εἴτε ἔγγαμος εἴτε ἄγαμος, ἐργαζόμενος γιά τήν ἁγιότητα, δέν πρέπει ταυτόχρονα νά πιστεύει ὁπωσδήποτε καί στην ἐπί τῆς γῆς εὐτυχία του. Ἄλλωστε ἡ ἁγιότητα δέ συμπορεύεται μέ τήν εὐτυχία, ὅπως συχνά τήν ἐννοοῦμε. Ὁ γάμος καί ἡ ἀγαμία, βέβαια, δίνουν καί χαρές, δίνουν ὅμως περισσότερες πίκρες. Αὐτές εἶναι οἱ προσφορές τοῦ κόσμου τούτου. Πίκρες, εἴτε ἀπό προσωπικά μας λάθη, εἴτε ἀπό κακή συμπεριφορά τῶν συνανθρώπων μας, εἴτε τέλος ἀπό τήν αὐθάδεια τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου τούτου.

Μέ αὐτή τήν ἐπίγνωση, μέσα στήν καθόλου παιδεία τῆς ζωῆς μας, εἶναι ἀναγκαῖο νά πληροφορούμαστε καί τή βεβαιότητα τῶν θλίψεων καί τῶν πόνων, πού θά μᾶς συντροφεύουν ταχτικά. Ἄλλωστε τή ζωή, πού πορεύεται πρός την ἁγιότητα, πρέπει να τή δεχόμαστε σάν καθῆκον καί ποτέ σάν προσμονή ἀπόλαυσης.

Τήν ἀλήθεια αὐτή, μᾶς γνωστοποίησε ὁ Κύριος λέγοντας · «’εν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε · ἀλλά θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμο». (Ιω. ιστ’, 33).

Οἱ λίγες χαρές καί οἱ περισσότερες θλίψεις, θά εἶναι οἱ σύντροφοι τῆς ζωῆς μας. Ὅμως καί οἱ χαρές καί οἱ στενοχώριες, φτιάχνουν τό πνευματικό ἐκεῖνο ὑλικό, πού ἐπωφελῶς ἀξιοποιούμενο, προάγει τήν ποθητή ἁγιότητα καί τήν πρός τό Θεό ὁμοίωσή μας.

Δέν πρέπει νά ξεχνάμε, ὅτι ἡ παρούσα ζωή, ἔχει ἕνα βέβαιο τέλος, γιατί «ὁ θάνατος εἶναι ἡ κοινή ἡμῶν μοίρα». Μόλις χθές εἴμαστε παιδιά.

Γιά κοιτάξτε λίγο πίσω. Πιστεύετε ὅτι φέρνετε στούς ὤμους σας τήν ἡλικία σας; Ὅπως κάποτε εἴχαμε μία ἀρχή, ἔτσι θά ἔχουμε καί ἔνα τέλος.

Αὐτό πού μάς χρειάζεται, χωρίς φόβο καί ἀγωνία, εἶναι τό να ζοῦμε τό σήμερα, ἀλλά πάντοτε μέ σύνεση καί ἐμπιστοσύνη στο Θεό. Τό αὔριο εἶναι ἀποκλειστικά δικό Του. Καί τώρα μιά σύσταση. Ἄν κάποια μέρα εἴμαστε πολύ στενοχωρημένοι, ἄς διαβάζουμε τά λόγια τῆς Α’ Κορ. Κεφ. ζ’ 29-32 τοῦ Θείου Παύλου. Θά ἀνακουφιστοῦμε.

Τέλος ἄν, γιά κάποιους ἀδελφούς, ἡ ζωή αὐτή δεν ἐπιφυλάσσει, τίποτα ἄλλο, ἐκτός ἀπό λύπη καί πόνο, ὑπάρχει καί γι᾿ αὐτούς λυτρωτική προοπτική. Καί αὐτή δέν εἶναι ἄλλη, ἀπό τή βέβαιη ἐλπίδα καί πίστη τῆς Οὐράνιας ἀποκατάστασης, ἀπό τό Δικαιοκρίτη Δημιουργό. Εὐτυχῶς ἡ ζωή δέν τελειώνει ἐδῶ, ἀφοῦ «καινούς οὐρανούς καί γῆν καινήν κατά τό ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β’Πετ γ’, 13).

Προσαγορεύσεις Ιερέων

ΠΡΟΣΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

ΘΕΙΟΤΑΤΟΣ:  Προσαγορεύονται με τον τίτλο αυτό οι προκαθήμενοι των τεσσάρων πρεσβυγενών Πατριαρχείων

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ:  Προσαγορεύεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως.  Επίσης φέρει εντός των ορίων της Μητροπόλεώς του ( τιμητικά) τον τίτλο » Παναγιώτατος» ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΣ:  Οι υπόλοιποι Πατριάρχαι και οι Αρχιεπίσκοποι  αρχηγοί των αυτοκέφαλων Εκκλησιών.

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ: Οι Μητροπολίτες που διοικούν στην επαρχία. Επίσης οι Αρχιεπίσκοποποι που δεν είναι αρχηγοί Εκκλησιών.

ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΣ:  Οι Τιτουλάριοι Μητροπολίτες.

ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΣ: Γενικώς  όλοι οι Επίσκοποι.

ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ: Οι Θεολόγοι και οι λόγιοι Αρχιμανδρίτες.

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΣ:  Οι Αρχιμανδρίτες.

ΟΣΙΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ:  Οι λόγιοι μοναχοί και ιερομόναχοι.

ΟΣΙΩΤΑΤΟΣ: Οι ιερομόναχοι και οι μοναχοί.

ΑΙΔΕΣΙΜΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ: Οι έγγαμοι λόγιοι πρεσβύτεροι.

ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΣ: Οι έγγαμοι πρεσβύτεροι.

ΙΕΡΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Οι λόγιοι Διάκονοι.

ΕΥΛΑΒΕΣΤΑΤΟΣ:  Οι Διάκονοι.

Νουθεσίες των τριών Ιεραρχών

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

+ ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

         Όταν, οι σεβαστοί ιερείς του Ι. Ναού Αναλήψεως του Χριστού Καλαμάτας, μου ζήτησαν να μιλήσω στην Ενοριακή Στέγη, για την επικείμενη επέτειο μνήμη των τριών Ιεραρχών, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να αναφερθώ όχι στα γνωστά και επαναλαμβανόμενα, κάθε χρόνο, βιογραφικά στοιχεία των Αγίων Πατέρων, αλλά να εστιάσω το λόγο, στα διδάγματα τους εκείνα, που πρέπει να ερεθίζουν ευεργετικά, τη σκέψη των χριστιανών της σύγχρονης ζωής.   Και τούτο, επειδή έχω τη γνώμη, ότι οι λόγοι της Κ.Δ και των Αγίων πρέπει να στρέφονται περισσότερο στο εσωτερικό μήνυμά τους, για να μορφώνουν, εν Χριστώ, τη σύγχρονη ζωή των πιστευόντων. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου ευεργετεί όταν είναι σύγχρονη και επομένως απαντάει στα προβλήματα της κάθε εποχής, χωρίς βέβαια να γίνει, όπως συχνά συμβαίνει, πολιτικός λόγος.

         Ο κατ’ επανάληψη αφηγηματικός λόγος των γνωστών από την παιδική ηλικία, γεγονότων που αναφέρονται στη ζωή του Κυρίου και των Αγίων του, ενώ σε μικρό βαθμό ευεργετεί, συχνά προκαλεί αδιαφορία και πλήξη, με την ακρόαση των γνωστών πραγμάτων.

         Εν προκειμένω οι εορταζόμενοι, κάθε χρόνο, Ιεράρχες, πολύ λίγο ενδιαφέρονται στη μακαριότητα, όπου βρίσκονται, για το πόσο θά τους εγκωμιάζουμε, για την προσωπική τους βιωτή, όπως λ.χ για την καταγωγή και την οικογενειακή τους ζωή, τις σπουδές και τα εκκλησιαστικά αξιώματα με τα οποία  τιμήθηκαν. Δεν τους ενδιέφερε ο έπαινος των πολλών συγγραφών τους.

       Όλα αυτά σαν ιστορική γνώση και παράδειγμα είναι πάντοτε ωφέλιμα. Όμως δεν είναι η καρδιά του έργου τους. Αυτά που πρέπει    να προβάλλονται είναι η ζωή τους, σε σχέση πάντοτε με την αγάπη για το συνάνθρωπο και οι διαχρονικές προτάσεις τους για την καλλίτερη, κατά Χριστόν, πορεία της ζωής του κόσμου.

       Με αυτές της σκέψεις, μάζεψα λίγα ψίχουλα, από τις διδαχές των τριών αγίων πατέρων, και τα πρόσφερα, από μέρους τους, στους αγαπητούς αδελφούς, που τίμησαν με την παρουσία τους, στην ενοριακή στέγη, την ιερή μνήμη τους.

  Σεβαστοί πατέρες & αγαπητοί αδελφοί

       Σε λίγες μέρες, όταν η Εκκλησία μας θα τιμήσει και πάλι τη μνήμη των τριών μεγάλων Πατέρων, θα ακουστεί μέσα από το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας, η φωνή του θείου Παύλου, προς τους ομοεθνείς του Εβραίους και δια μέσου αυτών προς εμάς, και θα λέει «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν το λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής, μιμείσθε την πίστιν» (εβρ.ιγ΄.7). Δηλαδή να θυμόσαστε πάντοτε το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας, οι οποίοι σας δίδαξαν τον λόγο του Θεού. Αυτών να σκέπτεσθε και να μελετάτε το άγιο και θεάρεστο τέλος της ζωής και της συμπεριφοράς και να μιμείσθε  τη πίστη τους.

       Έτσι με την προτροπή αυτή του Αποστόλου των εθνών και φέτος όπως κάθε χρόνο, και με τον οφειλόμενο σεβασμό στους εορταζόμενους Αγίους της Εκκλησίας μας θα τιμήσουμε τη μνήμη τους και θα προβάλουμε τη ζωή και το έργο τους παράδειγμα αναγκαίας συμπεριφοράς, για ιερωμένους, εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές και γενικά για όσους ασχολούνται με την αγωγή και τη σωστή παιδεία των νέων. Ακόμη δε, προπαντός για όσους επιθυμούν να αγαπούν τον πόνο του πλησίον.   Ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες, η γιορτή των Αγίων Πατέρων έχει μεγαλύτερη σημασία. Τούτο δε, γιατί οι τρείς Ιεράρχες συναδέλφωσαν τη χριστιανική αλήθεια με την Ελληνική σκέψη. Λοιπόν ας προχωρήσουμε στο μνημόσυνο των οικουμενικών δασκάλων μας, και με σύντομη μελέτη της ζωής και του έργου τους, ας σπουδάσουμε, κατά το δυνατόν, τα παιδαγωγικά τους προσόντα και διδάγματα, για τα οποία, η εορτάσιμη μέρα, θεωρείται όχι μόνο γιορτή της Εκκλησίας, αλλά και της παιδείας και γενικότερα της πρέπουσας αγωγής.

        

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΗΣ ΦΤΩΧΟΛΟΓΙΑΣ

       Σαν πρώτο και κύριο γνώρισμα των εορταζόμενων Αγίων, πρέπει να αναφέρουμε την ακλόνητη πίστη τους στο Δημιουργό, Συντηρητή και Κυβερνήτη του σύμπαντος κόσμου. Πίστη όχι των χειλέων, αλλά της ψυχής και των έργων. Πίστη συνεχή και μηδέποτε διακοπτόμενη. Πίστη καθημερινής ζωής και συμπεριφοράς.

       Μας είναι γνωστή η φιλανθρωπική εργασία του Μ. Βασιλείου, όταν διακονούσε την Εκκλησία της Καισαρείας σαν Πρεσβύτερος και αργότερα σαν Επίσκοπος.

       Σαν έμπρακτη απόδειξη Εκκλησιαστικού ήθους και αγάπης μοίρασε την προσωπική περιουσία στους φτωχούς της περιοχής του. Έγινε ο φτωχότερος όλων, για να μπορεί να μιλάει για Ιησού Χριστό. Έτσι πολλοί χριστιανοί τον βοήθησαν και έφτιαξε τη Βασιλειάδα πολιτεία. Δηλαδή μια περιοχή με φιλανθρωπικά ιδρύματα, που αποτελούν ένα από τα πρώτα δείγματα κοινωνικής αλληλεγγύης και αγάπης, που έφερε στο κόσμο το χριστιανικό μήνυμα.

       Οι κοινωνικές ιδέες του Ιεράρχη της Καππαδοκίας αποτελούν και για την εποχή μας θεμελιώδης αρχές κοινωνικής συμβίωσης.

       Μας εντυπωσιάζουν οι απόψεις για το αιώνιο πρόβλημα της φτώχειας και του πλούτου. Ρωτούσαν, στις μέρες του Βασιλείου, κάποιοι πλούσιοι, σαν απάντηση στα καυστικά λόγια του, μα ποιόν αδικώ αφού όσα κατέχω είναι δικά μου; Ποια δικά σου, απαντάει, ο Ιεράρχης. Από πού τα πήρες και τα έφερες στη ζωή; Τα αγαθά είναι κοινά για όλους τους ανθρώπους και δεν επιτρέπεται να θεωρούνται δικαιώματα των λίγων επειδή πρόφτασαν και τα πήραν. Ονομάζει άρπαγα (λωποδύτη), όχι μόνον εκείνο που απογυμνώνει το ντυμένο,  αλλά και εκείνο που δεν ντύνει το γυμνό.

       Και συνεχίζει το ψωμί που επί πλέον κρατάς για τον εαυτό σου, είναι του πεινασμένου. Το ένδυμα είναι του γυμνού. Τα υποδήματα του ξυπόλυτου. Ώστε τόσους αδικείς, όσους θα μπορούσες να βοηθήσεις και δεν τους βοηθάς.

       Μερικοί από αυτούς, που λέγονται στις μέρες μας, «έχοντες και κατέχοντες», κρύβονται πίσω από το δάχτυλο τους και λένε, μα που τους βλέπεις εσύ τους φτωχούς; όλοι έχουν και τρώνε. Άλλοτε πάλι, ε! και τι θέλεις να γίνει; πάντα υπήρχαν οι φτωχοί. Θα υπάρχουν και σήμερα. Να σημειώσουμε με μεγάλη μας λύπη, ότι τα λόγια αυτά λέγονται από «χριστιανούς». Με τη διδασκαλία του Ιεράρχη της Καππαδοκίας, η χρήση των υλικών αγαθών, πρέπει να αποβλέπει στην κάλυψη των πραγματικών αναγκών μας και μόνον αυτών. Η υπέρβαση αυτού του μέτρου είναι σύμπτωμα πλεονεξίας, ματαιοδοξίας, ακόμη δε, και φιληδονίας. Όσο βλαπτική είναι η φτώχεια άλλο τόσο και περισσότερο είναι ο πλούτος. Ας θυμηθούμε το γραφικό «πλούτον και πενίαν μη μοι δως, συντιξόν δε μοι τα δέοντα και τα αυτάρκη». (παροιμ .30,8)

       Αλλά και του πρεσβυτέρου της Αντιοχείας, του Χρυσοστόμου Ιωάννη, η αγάπη για το συνάνθρωπο, ήταν αληθινά χριστιανική. Η Εκκλησία της Αντιοχείας, με δική του δραστηριότητα, μπορούσε, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, να θρέψει χιλιάδες φτωχούς, ορφανά και χήρες των πολέμων και της αδικίας, αρρώστους και ξένους της πόλης. Αυτή τη φιλανθρωπική δράση του, συνέχισε εντονότερα όταν η Θεία πρόνοια τον τοποθέτησε στο πρώτο αρχιεπισκοπικό θρόνο της βασιλεύουσας.

       Τον Ιεράρχη Χρυσόστομο συγκλονίζει το δράμα της φτωχολογιάς. Η τάξη των πλουσίων γαιοκτημόνων της εποχής του, που ξόδευε τεράστια ποσά, για ανόητες απολάυσεις και επιδείξεις όπως και το πλήθος των φτωχών που πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα και την εγκατάλειψη. Ήταν φαινόμενα απαράδεκτα για την ευαίσθητη ψυχή του.

       Είναι ιδιαίτερα σκληρός, για τους πλούσιους γαιοκτήμονες, που βασανίζουν τους ταλαίπωρους και εξαθλιωμένους γεωργούς. Τους ανθρώπους εκείνους και τις οικογένειές τους που είχε σακατέψει η πείνα και η σκληρή δουλειά όπως έλεγε. Ας μη ξεχνάμε ότι τα χρόνια εκείνα, όπως και για πολλούς αιώνες κατόπιν, ο εργάτης του κτήματος αποτελούσε συχνά μέρος του χτήματος αναπόσπαστο. Έτσι την όποια αγοραπωλησία του κτήματος, ακολουθούσε και αυτός με την οικογένειά του.

       Και συνεχίζει, ποιος θα μπορούσε να απαριθμήσει τις απάτες και της αδικίες που κάνουν, όταν αγοράζουν το μερίδιο των φτωχών, που τυχόν, έμεινε στα χέρια τους; Βέβαια και σημερινές μορφές αδικίας σε βάρος των αδυνάτων, είναι ανάλογες με τις εργασιακές σχέσεις της εποχής μας, μεταξύ εργατών και ιδιοκτητών επιχειρήσεων και λοιπών χώρων δουλειάς. Δεν διστάζει να ονομάζει ληστές τους πλουσίους που αρπάζουν τα ξένα αγαθά και τα καταχωνιάζουν στις δικές τους αποθήκες (κατά Ματθ. Ομιλία).

       Σύμφωνα με τον Ιεράρχη η ιδεώδης μορφή κοινωνικής συμβίωσης είναι η αδελφική κοινοκτημοσύνη, κατά το παράδειγμα της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων. Ο τρίτος Άγιος της ημέρας, ο Ιεράρχης Γρηγόριος από την Ναζιανζό, δεν υστέρησε στην έκφραση αγάπης προς τον πλησίον. Σαν αληθινός διάκονος της Εκκλησίας του »απόρου» Ιησού, μοίρασε και αυτός την προσωπική του περιουσία στους πάσχοντες, για να μπορεί να εκπροσωπεί αληθινά τον Κύριο.

     Φίλες και φίλοι, χωρίς κανένα σχήμα λόγου, διερωτώμαι, ποιος κληρικός, ιδιαίτερα ιερομόναχος και προ πάντων ιεράρχης, μπορεί να υπηρετεί με αλήθεια την αποστολή του, όταν κρατά πλούτη, τα οποία μάλιστα απόκτησε από τη διακονία της ιεροσύνης του; Η απάντηση είναι κατηγορηματική. Απολύτως κανείς.

       Οι τρεις Πατέρες, χωρίς αμφισβήτηση, είναι πρότυπα συμπεριφοράς, για αυτούς που θέλουν να εκπροσωπούν άξια το Ναζωραίο Ιησού, στις μικρές και μεγάλες κοινωνίες των ανθρώπων και τούτο γιατί πάντοτε σαν οδηγό της ζωής τους είχαν το γραφικό «δείξον μου την πίστη σου εκ των έργων σου»(Ιακ.2,18).

       Για σκεφτείτε αδελφοί, τι ωραίος θα ήταν ο κόσμος, αν οι πλούσιοι διαχειρίζονταν τα πλούτη τους για την ανακούφιση των ανθρώπων, όχι μόνο της γειτονιάς τους, αλλά όλης της γης. Αν σφογκίζουν το δάκρυ του πονεμένου παιδιού, του άρρωστου και φτωχού γέροντα, του πολυφαμελίτη και πεινασμένου άνεργου. Τότε νομίζω ότι δε θα είχαμε ανάγκη να συζητάμε για κοινωνικά συστήματα διακυβέρνησης των λαών, γιατί, απλά, δεν θα υπήρχαν κοινωνικά προβλήματα.

       Σήμερα, είκοσι αιώνες μετά Χριστόν, αν μιλήσεις για το ιδανικό της κοινοκτημοσύνης, άσχετα αν είναι και με πιο τρόπο, εφαρμόσιμο, και αν πεις ότι οι άνθρωποι, σαν πρόσωπα, είναι ίσοι μεταξύ τους, θα σε κοιτάξουν λοξά και ύποπτα.

       Οι ιδέες αυτές που αποτελούν τις αρχές του χριστιανικού ανθρωπισμού, φοβίζουν πολλούς, λεγόμενους χριστιανούς. Τα δικά μου, δικά μου, και πολύ συχνά, και τα δικά σου, δικά μου.

       Η ιδεολογία της δικής μας πλούσιας τράπεζας προηγείται της χριστιανικής αλληλεγγύης, που πρέπει να μας θυμίζει το «επείνασα γαρ και εδώκατε μοι φαγείν, εδίψασα και εποτίσατέ με……..»(Ματθ.25,35). Έτσι μετά από το «φάγωμεν και πίωμεν» μαζεύουμε ψίχουλα «φιλανθρωπίας» για να καλύψουμε και την ενοχλητική έννοια του »αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ρωμ13,9).

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΠΛΟΥΤΟΣ, ΕΡΓΑΣΙΑ

       Στο σημείο αυτό, ας σταθούμε για λίγο στον ισχυρισμό μερικών ανθρώπων της εποχής μας που θέλουν να φορτώσουν στην Εκκλησία τη ντροπή που λέγεται αγάπη του πλούτου. Αυτό είναι λάθος και μόνο αν το διανοηθεί κανείς. Η Εκκλησία, σαν αγιαστικό και λυτρωτικό σώμα του Κυρίου, ποτέ δεν αγάπησε τον πλούτο. και τούτο, γιατί κάτι τέτοιο αντιβαίνει σ’ αυτή τη φύση της, που πηγάζει από την υλική φτώχεια του ιδρυτή της «αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη»(Μαρ.8,20). Πως λοιπόν μπορεί η Εκκλησία να αγαπάει τα πλούτη, με το δεδομένο αυτό, οι αληθινοί εκκλησιαστικοί άνδρες, που είναι τα φυτώρια της Εκκλησίας στις κοινωνίες των ανθρώπων, ούτε έχουν, αλλά και ούτε επιθυμούν τα πλούτη. Αν όμως πολλοί ονομαζόμενοι χριστιανοί και παριστάνοντες τους χριστιανούς, είτε από την τάξη των λαϊκών, είτε, πολύ περισσότερο, από την τάξη των ιερωμένων, αγαπούν το μαμωνά, αυτοί ουσιαστικά δεν είναι μέλη της εκκλησίας. Κάπου έχασαν το δρόμο τους και βρέθηκαν μέσα η κοντά στην Εκκλησία. Ας μη ενοχοποιούμε την Εκκλησία για τις παρεκτροπές κάποιων, κατά λάθος, οπαδών της.

       Θα ήταν δίκαιο να αναφέρουμε ακόμη ότι τα κηρύγματα των τελευταίων αιώνων περί δικαιοσύνης, ελευθερίας και αδελφοσύνης, ή τα περί ισότητας των ανθρώπων, είναι πνευματική περιουσία της Εκκλησίας του Ναζωραίου Ιησού και επανάληψη των πρώτων χριστιανικών διακηρύξεων. Δεν είναι καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις κοινωνικής ζωής.

       Δυστυχώς στο διάβα των χρόνων και των αιώνων, ξεχάσαμε τις πηγές μας. Η επίσημη Εκκλησία, όπως αυτοαποκαλούνται οι θέλοντες να την εκπροσωπούν, συχνά λησμόνησε τον πραγματικό εαυτό της. Έτσι χωρίς να προβλέψει, όπως όφειλε τα επακόλουθα, για να τα αποφύγει, βρέθηκε στη θέση του κατηγορούμενου.

       Οι σημερινοί τρείς Ιεράρχες συνιστούν στους φτωχούς την εργασία. Σ’ αυτούς βέβαια που έχουν αυτή τη δυνατότητα. Μόνο με την εργασία λένε, μπορούν οι φτωχοί να απαλλαγούν από την κηδεμονία των πλουσίων. Γ’ αυτό καταφέρονται έντονα κατά της αργίας.

       Όμως τι να πούμε για την κατάρα της εποχής μας, που λέγεται ανεργία. Μήπως άραγε, και γι αυτήν φταίει το πάθος του πλουτισμού, που με πολλούς τρόπους, περιορίζει τις εργασιακές δυνατότητες;

       Οι Άγιοι Πατέρες δεν έχουν προκατάληψη γι’ αυτή ή εκείνη την εργασία. Όλες οι εργασίες είναι καλές, αρκεί να προμηθεύουν τα αναγκαία αγαθά της ζωής. Δεν πρέπει να διακρίνονται τα επαγγέλματα σε ανώτερα και κατώτερα, αφού στην κοινωνική ποικιλότητα, όλα είναι αναγκαία. Επομένως και οι άνθρωποι δεν πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με το επάγγελμα και την εργασία που έχουν. Όπωσδήποτε πρέπει να αποκλείονται τα επαγγέλματα εκείνα που δημιουργούν ηθικούς κινδύνους και υποβαθμίζουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

       Στον τομέα των ευκολιών της ζωής, οι τιμώμενοι Αγιοι, είναι πάντα σύγχρονοι. Δέχονται την άνεση στη ζωή, αλλά την ωφέλιμη άνεση όπως και την αγνή χαρά της. Εκτιμάνε την επίγεια ζωή, και αναγνωρίζουνε ομορφιά και σκοπιμότητα σ’ αυτή. Όταν όμως πρόκειται να ζημιωθεί η αληθινή πίστη και να υποβιβαστεί το γόητρο της Εκκλησίας, προτιμάνε, χωρίς δισταγμό, την αντίδραση, ακόμα και προς τους ισχυρούς της ημέρας. Θα θυμόμαστε πάντοτε το μεγαλείο του Βασιλείου, όταν απαντάει στις απειλές του αυτοκρατορικού εκπροσώπου.

       Το ίδιο υπέροχο πνεύμα ουσίας, θα συναντήσουμε και στο Χρυσόστομο, όταν αντιμετωπίζει τις απειλές της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. «πάλιν η ηρωδιάς μαίνεται και ζητεί την κεφαλήν Ιωάννου επί πίνακι», θα απαντήσει. Και λίγο αργότερα, ο ουρανοπολίτης αυτός ιεράρχης, εξόριστος πια στο παγερό πόντο, θα προσθέσει ότι: «Εχουμε να φοβηθούμε το θάνατο; Για μένα η ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος».

       Αυτά τα λίγα για την πίστη των μεγάλων Αγίων μας. Για τις κοινωνικές τους ιδέες, τη φιλανθρωπική τους δράση και την αγωνιστικότητα στη ζωή.

       Ας δούμε στη συνέχεια, γιατί οι Άγιοι αυτοί Πατέρες θεωρούνται και μεγάλοι δάσκαλοι και προστάτες των ελληνικών Γραμμάτων.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΙΟΙ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ

         Οι τιμώμενοι από την Εκκλησία και την παιδεία, σημερινοί Άγιοι με το λόγο και τη συγγραφική τους δράση, έγιναν οι κατ’ εξοχήν εκφραστές και εκπρόσωποι του ιδανικού, που λέγεται Χριστιανικός και Ελληνικός πολιτισμός.

         Είναι γνωστό ότι στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η χριστιανική πίστη και η ελληνική σκέψη, στάθηκαν αντιμέτωπες σ’ ένα δύσκολο αγώνα επικράτησης. Ατυχώς στην αρχή της αναμέτρησης έλλειπε η αμοιβαία γνωριμία που ήταν τόσο αναγκαία για τη συνύπαρξή. Η έλλειψη αυτή στοίχισε πολύ και στις δύο.

         Στο νέο κόσμο που άρχιζε να ανατέλλει από τον 4ο αιώνα και μετά, η Ελληνική Γραμματεία, με τις βαθιές ρίζες του παρελθόντος και ο Χριστιανισμός της Καινής Διδαχής, με τη ραγδαία εξάπλωση του, θα αποτελέσουν τα θεμέλια και τις προϋποθέσεις της νέας εποχής. Το νόημα των νέων καιρών με τις προοπτικές που ανοίγονταν για τους λαούς του γνωστού τότε κόσμου, έγκαιρα συνέλαβαν οι Ιεράρχες και με τόλμη αντιμετώπισαν τις προκλήσεις. Σ’ αυτούς, κατά κύριο λόγο, οφείλεται το μπόλιασμα της ελληνικής σκέψης στο νεαρό δέντρο της χριστιανικής πίστης.

         Σαν φωτισμένοι οραματιστές, παραμερίζουν τις όποιες προκαταλήψεις κατά του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου. Σπουδάζουν και πρωτεύουν στις φιλοσοφικές και ρητορικές σχολές της Αθήνας και της Αντιόχειας της Συρίας και γεύονται τους χυμούς της κλασσικής Ελλάδας.

         Με αυτές τις δυνατότητες δημιούργησαν τις αρχές της μεγάλης Εκκλησιαστικής Γραμματείας του Βυζαντίου, που θα δώσει αργότερα στη Δύση, τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητες της Αναγέννησης του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, και της νεώτερης ευρωπαϊκής σκέψης.

         Παράλληλα με τη μεγάλη προσφορά στα γράμματα, είναι πολύτιμες και οι νουθεσίες των Ιεραρχών στους γονείς, τους δασκάλους και τους μαθητές. Όταν απευθύνεται στους γονείς ο ιερός Χρυσόστομος λέει «ούτο σπείρα ποιεί πατέρα μόνον ,αλλά και το παιδεύσαι καλώς. Ουδέ το κυήσαι μητέρα, αλλά και το θρέψαι καλώς». Δηλαδή, πατέρας και μητέρα δε γίνεται κάποιος, μόνο με το να αποκτήσέι παιδί, αλλά και με το να το αναθρέψει και το μορφώσει καλά.

         Στο θέμα της σωστής συμπεριφοράς και αγαθής πειθαρχίας των παιδιών, οι τρείς Άγιοι, ακολουθούν το λόγο του σοφού Σολομώντα: «Πατήρ φειδόμενος της βακτηρίας αυτού, μισεί τον υιόν του»

           Δηλαδή ο πατέρας εκείνος, που διστάζει να χρησιμοποιήσει, όταν πρέπει, στην αγωγή του παιδιού του, τη λογική αυστηρότητα, δεν αγαπάει πραγματικά το παιδί του.

           Αυτή τη συμβουλή πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα και σαν γονείς και σαν δάσκαλοι. Η αδιαφορία στα σφάλματα των παιδιών και η πολλές φορές, αδικαιολόγητη ανοχή στις παραλήψεις των καθηκόντων τους και τις παρεκτροπές, τα αποθρασύνει τελικά και χαλάει το χαρακτήρα τους. Ας προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό που λέγεται, τους τελευταίους χρόνους, «απαγορεύεται το απαγορεύεται». Δηλαδή επιτρέπονται τα πάντα. Η πρακτική αυτή, ιδιαίτερα, στην πρώτη εφηβική ηλικία, δημιουργεί την ελευθερία της δουλείας στις εσωτερικές παρορμήσεις των παιδιών και αργότερα στις παρορμήσεις των ενηλίκων της κοινωνίας. Έτσι δημιουργούνται οι κοινωνίες, χωρίς έλεγχο των συμβιούντων, με τις γνωστές συνέπειες για τα άτομα και τις ευρύτερες ομάδες ανθρώπων. Όπου παραθεωρείται η πρέπουσα και λόγω πειθαρχία, σαν άμεσο επακόλουθο, έρχεται η χαλάρωση των δεσμών του κοινωνικού ιστού.

         Είναι γνωστό ότι το πρωτογενές κύτταρο πανανθρώπινης κοινωνίας, που είναι η οικογένεια, οικοδομείται αποκλειστικά, όχι μόνο πάνω στην περιφρούρηση των δικαιωμάτων του κάθε μέλους, αλλά και στην επίγνωση των υποχρεώσεων του.

         Οι Άγιοι Πατέρες, απευθυνόμενοι στους μαθητές, συνιστούν να είναι ήρεμοι, να τιμάνε και να αγαπάνε το δάσκαλο. Τίποτα δε συμβάλλει περισσότερο στην αποτελεσματική διδασκαλία, όσο η αμοιβαία αγάπη μεταξύ μαθητών και διδασκάλου λέει ο Χρυσόστομος.

           Ο Γρηγόριος, αφ’ ετέρου, θέλει το δάσκαλο καταρτισμένο, καλοσυνάτο και προσηλωμένο με πίστη και αγάπη στην αποστολή του. Έχουμε άραγε σήμερα, αν όχι όλους, τουλάχιστον την πλειοψηφία των εκπαιδευτικών μας, σ’ αυτό το επίπεδο; Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

           Η μεγαλύτερη αμοιβή για το δάσκαλο, λέει ο αυτός πατέρας της Εκκλησίας, δεν είναι ο μισθός του, αλλά η ποιότητα των μαθητών του.

           Πόσο ψηλά ήθελαν το δάσκαλο, οι Άγιοι Πατέρες, και πόσο χαμηλά κατεβάζει, συνήθως, ο ίδιος τον εαυτό του. Ο Ιεράρχης της Καισαρείας Βασίλειος, συμβουλεύει το δάσκαλο να είναι σοβαρός, καταρτισμένος, χαρούμενος, πιστός στην αποστολή του, καθαρόλογος, δίκαιος και υποδειγματικός. Συνιστά ιδιαίτερα, τη γνώση της παιδικής ψυχής και τονίζει την αξία των ψυχικών λειτουργών, όπως, τη προσοχή και τη μνήμη. Είναι πολύ σημαντικό, ότι αναφέρεται σ’ αυτό που εμείς ανακαλύψαμε, για την εκπαίδευση, τις τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή στον επαγγελματικό προσανατολισμό. «δει, λέει, μετά πολλής περισκέψεως δοκιμάζεσθαι  προς τι έκαστος έπιτηδείως έχει και ούτος εγχειρίζεσθαι ότι  έργον». Δηλαδή, με πολλή προσοχή, να δοκιμάζεται ο καθένας και βεβαίως ο νέος άνθρωπος, σε ποια εργασία έχει κλήση και κατόπιν να προχωρεί στην άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

           Κυρίες και κύριοι, ο λόγος των επιφανών Ιεραρχών, που κάθε χρόνο μνημονέυουμε, θα έχει πάντοτε, όσα χρόνια κι αν περάσουν, σαν εγερτήριο σάλπισμα αυτοσυνειδησίας για τους θέλοντες να πιστεύουν στην αλήθεια. Θα συμβαίνει αυτό γιατί ο λόγος τους πηγάζει από το λόγο Εκείνου που είπε. «Εγώ ειμί η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή»(Ιωαν. ιδ, 6).

           Φίλες και φίλοι, εδώ θα έπρεπε να τελειώσω την ομιλία, με κάποιο χαρούμενο μήνυμα για την εποχή μας. Δυστυχώς όμως θα κλείσω, με τη διαπίστωση ενός από τους πολλούς φωτισμένους κληρικούς μας, που βλέπουν τη σημερινή Εκκλησιαστική ζωή, και συγκεκριμένα την Ορθοδοξία μας, με καθαρά μάτια, και γι αυτό με πολλή λύπη.

         Πράττω αυτό, γιατί πιστεύω, ότι την αλήθεια όσο και να την σκεπάσεις, δε θα μπορέσεις ποτέ να την εξαφανίσεις. Κάποτε θα εκραγεί, θα πετάξει τα καλύμματα το φως της θα λάμψει.

         Λέει λοιπόν ο π. Αρσένιος Μέσκος «……ο θεμέλιος λίθος της ορθοδοξίας, η πίστη και ο πόθος της Αγιότητος, ως κυρίαρχη αξία, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δεν υπάρχει πολλές φορές ούτε σαν απλή υποψία. Η ορθοδοξία ταυτίζεται με κάποιες βυζαντινές εικόνες, τη βυζαντινή μουσική, το καντήλι ή τη νηστεία και την παρακολούθηση των παραδοσιακών ακολουθιών, που συμβαίνει καμία φορά τα media να φροντίζουν να λειτουργούν αυτά ως πιστοποιητικά Ορθοδοξίας για κάποιους επίσημους ανθρώπους. Ο σκοπός και ο λόγος όλων αυτών των συνηθειών έχει ξεχασθεί. Για τους πολλούς η ορθοδοξία μοιάζει με ένα όστρακο, από το οποίο ο ζωντανός οργανισμός, που υπήρχε μέσα έχει πεθάνει και έμεινε μόνο το εξωτερικό κέλυφος για να διακοσμεί κάποιο σαλόνι.(παρατηρώντας εν Χριστώ σελ 179).

Η τρίτη ηλικία

Η ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ
στη ζωή της παλιάς και της σύγχρονης οικογένειας

ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Στους γέροντες γονείς και παππούδες»

1. Πρόλογος

Οι χρόνοι κυλάνε, πάντοτε, χωρίς σταθμό. Οι δεκαετίες διαδέχονται η μία την άλλη. Οι μικροί στην ηλικία γίνονται έφηβοι και ακολούθως ώριμοι άνδρες και γυναίκες. Η τρίτη ηλικία, όμως, για όσους την φθάσουν υγιείς ή πληγωμένοι, από τα χτυπήματα της ζωής, σηματοδοτεί πάντοτε την αρχή του τέλους. Αυτή είναι η ανθρώπινη πορεία, για το χθες, το σήμερα και το παντοτινό αύριο «αι ημέραι (ημών) ωσεί χόρτος και ως το άνθος του αγρού», όπως λέει η Γραφή. (Ψαλ. 102 στιχ. 13) Πόσο δίκιο έχει η παροιμία, όταν παρουσιάζει το γέρο, να μιλάει στο παιδί, που τον κοροϊδεύει, για τα γεράματά του και να του λέει · Εκεί που είσαι ήμουνα και εδώ που είμαι θα’ρθεις.

Αγαπητοί φίλες και φίλοι, η ζωή είναι επιθυμητή, ακόμη και μέσα στη δυστυχία της. Θέλουμε να τη συνεχίσουμε και όταν στη ράχη μας κουβαλάμε πολλές και βασανισμένες δεκαετίες. Πολύ παραστατικά ο αρχαίος μύθος (Αίσωπος), μας μιλάει για την αγάπη τηςζωής μας: Γέροντας φορτωμένος με ξύλα, προχωρούσε, για το καλύβι του, με κόπο πολύ. Σε κάποιο σημείο πέταξε τα ξύλα κάτω και κάθισε στην πέτρα να ξαποστάσει. Σκεπτόμενος τα βάσανα της ζωής του, κάλεσε το χάρο να τον πάρει κοντά του και έτσι να αναπαυθεί για πάντα. Ο χάρος παρουσιάστηκε μπροστά του, λέγοντας: Σε άκουσα και ήρθα να σε πάρω. Και ο γέροντας απαντάει: Μα δε σε κάλεσα να πάρεις εμένα, αλλά το φορτίο μου, για να ξεκουραστώ.

Η τρίτη ηλικία, που σαν θέμα θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, δεν έχει καθορισμένα χρονικά πλαίσια. Άλλοι άνθρωποι μπαίνουν σ’ αυτή γρήγορα και άλλοι αργότερα. Συνήθως, η είσοδος στο χώρο αυτό, αρχίζει όταν οι άνθρωποι έχουν παραδώσει την ευθύνη της ζωής των παιδιών τους, σ’ αυτά τα ίδια. Τότε που τα παιδιά έχουν αποκατασταθεί επαγγελματικά και έχουν αποκτήσει την προσωπική τους οικογένεια. Έτσι οι γονείς περνάνε σε κάποιο περιθώριο, μικρό ή μεγαλύτερο, που μπορεί να καλύπτει κάποτε και αρκετές δεκαετίες.

Στην εποχή μας με τη φροντίδα της υγείας μας, συχνά κάνουμε λόγο και για τέταρτη ηλικία. Πρόκειται για τους αιωνόβιους που, στις μέρες μας, δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο.

Η τρίτη ηλικία επηρεάζει και επηρεάζεται, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά, από τις μικρότερες ηλικίες. Ο αμοιβαίος αυτός επηρεασμός είναι ανάλογος με τη συμπεριφορά των ανθρώπων και με την εποχή μέσα στην οποία θα τον αναζητήσουμε. Διαφορετικός ήταν όταν εμείς είμαστε παιδιά και άλλη μορφή έχει στην εποχή μας, των αρχών του 21ου αιώνα.

Με αυτό το δεδομένο, θα κοιτάξουμε την τρίτη ηλικία, μέσα στη ζωή της παλιάς οικογένειας και κατόπιν τη θέση της κοντά στη σύγχρονη οικογένεια.

Αυτή η θεώρηση, μας ενημερώνει για την πρέπουσα συμπεριφορά σε κάθε περίπτωση και προφυλάσσει από ενδεχόμενες συγκρούσεις, μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ατόμων. Ακόμη, βοηθάει στην ανετώτερη συγκρότηση της νέας οικογένειας και στην, κατά το δυνατόν, ηρεμία της τρίτης ηλικίας, που είναι τόσο αναγκαία γι’ αυτήν στα χρόνια της, τα προχωρημένα.

2. Η τρίτη ηλικία

Με τις πιο πάνω σκέψεις, αναφερόμαστε στους ανθρώπους, που έχουν διαβεί τα χρόνια της προσωπικής δημιουργικής ζωής, και έχουν παραδώσει τη σκυτάλη τού καθημερινού αγώνα, στους νεώτερους. Αυτοί τώρα, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, δεν κάνουν για το μέλλον προσωπικά όνειρα. Οι επιθυμίες τους τελειώνουν σε μία ήσυχη και αγαπημένη ζωή, με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Σε μια ζωή χωρίς πολλές περιπέτειες. Η φιλική επικοινωνία με τους συνανθρώπους, τους ξεκουράζει. Η αγάπη των άλλων τους ενθαρρύνει περισσότερο από άλλοτε, ενώ η ειρηνική έξοδος από τον παρόντα κόσμο, συχνά τους απασχολεί.

Μερικοί δε θέλουν ούτε να σκέπτονται το τέλος. Φοβούνται πολύ όταν κάποια μηνύματα τους πληροφορούν ότι το αγώνισμα της ζωής πλησιάζει στο νήμα του τέρματος. Κάποτε πάλι καταλαμβάνονται από πανικό όταν χτυπήσει το «καμπανάκι» που πληροφορεί ότι ο δρομέας μπαίνει στην τελική ευθεία.

Οι αντιδράσεις αυτές, όσο ανθρώπινες και αν είναι, σε τίποτε δεν εξυπηρετούν. Αντίθετα αυξάνουν το άγχος που, είναι φυσικό, να συνοδεύει, κατά περιόδους, τα ηλικιωμένα πρόσωπα, όταν μάλιστα πλησιάζουν στο τέλος.

Υπάρχουν βέβαια και οι ψύχραιμοι γέροντες. Αυτοί έχουν την ευλογία του Θεού να χαίρονται, πάντοτε, ακόμη και όταν τους απασχολούν μικροπροβλήματα υγείας. Μεταξύ αυτών θα συναντήσουμε πολλούς, που, όχι μόνο δεν παραιτούνται από τη ζωή, αλλά συνεχίζουν με ενθουσιασμό τη δραστηριότητα των περασμένων χρόνων. Συχνά συνεργάζονται σε προσωπικές επιχειρήσεις με τα παιδιά τους και αναλαμβάνουν, με την πείρα που διαθέτουν, πρωτοβουλίες που προκαλούν το θαυμασμό. Η εργασία είναι το δυναμωτικό φάρμακο της ζωής τους. Η αγροτική εργασία στην ύπαιθρο, το ψάρεμα στη θάλασσα, η επιστημονική εργασία και η συγγραφή, οι εκδρομές, η συμμετοχή σε φιλανθρωπικές, εκκλησιαστικές και κοινωφελείς δραστηριότητες και πολλά άλλα τους τονώνουν και δίνουν προοπτικές ακόμη και για μελλοντικά όνειρα. Και τούτο όταν άλλοι, κατ πολύ νεώτεροί τους, διαθέτουν το χρόνο τους στο τάβλι, σε συζητήσεις, συχνά ανωφελείς και στην πολυθρόνα της τηλεόρασης, ισχυριζόμενοι ότι τώρα πια για αυτούς τα πάντα έχουν τελειώσει.

Σε κάθε περίπτωση, θα είμαστε κοντά στην αλήθεια αν, κοιτάζοντας το διάβα του ανθρώπου, μέσα στις περιόδους της ζωής του, από την αρχή μέχρι το τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι όλες οι ηλικίες είναι και καλές και ωφέλιμες. Αρκεί ο άνθρωπος να μην υποφέρει πολύ και να γνωρίζει τον προορισμό που έχει η κάθε μια ηλικία, και έτσι να συμφιλιωθεί με αυτόν.

Η κατάσταση του ανθρώπου σε κάθε ηλικία, είναι συνάρτηση των σωματικών και ψυχικών του δυνάμεων.

Ένα παιδί ούτε μπορεί, ούτε επιτρέπεται να βιώνει τη συμπεριφορά του γέροντα. Και βέβαια ο γέρος, αν επιχειρήσει να γίνει παιδί – παιδαριογέρος –, θα καταντήσει γελοίος. Η ηλικία, το σώμα, η ψυχή και η ακολουθούσα συμπεριφορά, πρέπει πάντοτε να συμβαδίζουν. Το συνηθισμένο πρόβλημα της τρίτης ηλικίας, είναι τα μικρά και κάποτε τα μεγάλα πάθη του σώματος και της ψυχής. Ο οργανισμός έχει εξασθενήσει και η ψυχή έχει κουραστεί. Όμως, πολύ συχνά, δε λείπουν και οι περιπτώσεις των ανθρώπων, που φθάνουν σε βαθιά γηρατειά και, όπως λένε, δεν αρρώστησαν ποτέ. Οπωσδήποτε όμως η καρδιά του ανθρώπου επηρεάζεται δυσμενώς από τα βάσανα της ζωής, ενώ συχνά ευεργετείται από τις χαρές της.

Οι χαρούμενοι άνθρωποι είναι οι πιο ευτυχισμένοι. Πολλές φορές ακούμε να λέγεται: «Μά πόσο καλά στέκεσαι. Ο χρόνος δεν περνάει από πάνω σου». Αυτό είναι αληθινό, μέσα σε λογικά, βέβαια, πλαίσια και είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της υγείας του σώματος, αλλά και του χαρούμενου χαρακτήρα, που μένει ανεπηρέαστος από τον εγωισμό και την πλεονεξία, που αποτελούν τα κύρια φθοροποιά στοιχεία της ζωής.

Όπως και αν έχει το πράγμα, θα θυμάμαι πάντοτε τις σοφές κουβέντες μιας ηλικιωμένης κυρίας, που μας έλεγε κάποτε: «χάρηκα τη ζωή μου σε όλες τις περιόδους της. Όταν ήμουνα παιδί είχα πολλή χαρά γιατί είχα δική μου όλη την αγκαλιά των γονιών μου, την αγάπη των αδερφών μου και τα παιχνίδια του σχολείου και της γειτονιάς. Όταν έγινα ώριμη γυναίκα χαιρόμουνα την οικογένειά μου. Την αγάπη που έδινα και έπαιρνα από τα παιδιά και τον άντρα μου. Θα φυλάω πάντα στη μνήμη μου τα Κυριακάτικα, εκείνα, μεσημέρια, όταν όλη η οικογένεια, μαζί με τον παππού και τη γιαγιά, γύρω από το τραπέζι απευθύναμε στον Κύριο την προσευχή του φαγητού. Τότε ένιωθα, κάποιον αόρατο άγγελο, να φτερουγίζει πάνω από μας, για να μας φέρει τη χαρά και την ευτυχία. Αλλά και τώρα, γερόντισσα πια, χαίρομαι τη ζωή μου. Δίνω την αγάπη μου σε όλους και παίρνω τη δική τους. Των παιδιών μου και των εγγονιών μου, των φίλων μου. Δεν έχω βέβαια όνειρα για το υποθετικό μέλλον, εκτός εκείνου της ειρηνικής εξόδου μου από τη ζωή. Έχω όμως για παντοτινή συντροφιά μου, τις ευτυχισμένες αναμνήσεις των χρόνων που πέρασαν και γλύκαιναν την ύπαρξή μου».

Ποιος θα μπορούσε να απαξιώσει για τον εαυτό του, μια τέτοια ευτυχία στην περίοδο της προχωρημένης ηλικίας;

Αλλοίμονο όμως, οι περιπτώσεις αυτές είναι σπάνιες. Οι πιο γνώριμες είναι εκείνες της βασανισμένης ζωής και βέβαια η καθολικότητα της συμμετοχής μας στην κοινή μοίρα, όλων των θνητών, που χαράσσει την πορεία προς την αιωνιότητα.

Τελικά η ζωή μας, αγαπητοί φίλες και φίλοι, είναι ένας κλαυσίγελος και μια χαρμολύπη. Την τρίτη ηλικία, όπως και να την αξιολογήσουμε, τις πιο πολλές φορές, θα τη συναντάμε στα πλαίσια της αδυναμίας, και γι’ αυτό, της αναγκαίας αγάπης, που όσο περνάνε τα χρόνια, θα τη χρειάζεται πιο πολύ.

Η ηλικία αυτή έχει το δικαίωμα της αναγνωρίσεως των κόπων και των μόχθων, που πρόσφερε, στους άλλους, στο διάβα των χρόνων της ωριμότητάς της. Αναγνώριση που πρέπει να αποτελεί το κύριο μέλημα των παιδιών εκείνων που οι γονείς έφεραν στον κόσμο. Γιατί, η αχαριστία προς τους γεννήτορες, είναι το πιο μεγάλο αμάρτημα, μετά τη βλασφημία του Ονόματος του Αγίου Θεού. Και ας θυμόμαστε πάντοτε, αδελφοί, μα ιδιαίτερα οι νέοι στην ηλικία, ότι το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή, είναι η φτώχεια του γέροντα. «Ο γέρων άπορος», όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Άπορος όχι μόνο από τα αναγκαία υλικά αγαθά της ζωής, αλλά και από αγάπη, σεβασμό και αναγνώριση, εκ μέρους των νεωτέρων.

3. Οι γέροντες στη ζωή της παλιάς οικογένειας

Όταν αναφερόμαστε στη ζωή της παλιάς οικογένειας, εννοούμε εκείνη, όπως τη γνωρίσαμε μέχρι τα χρόνια του β’ μεγάλου πολέμου, ή και λίγο μετά από αυτόν. Μέχρι τότε, η ζωή στην Ελληνική κοινωνία και οικογένεια, διατηρούσε τα γνωρίσματα των περασμένων δεκαετιών ή και αιώνων. Η δομή της οικογένειας ήταν πατριαρχική. Ο γέροντας παππούς, είχε τον πρώτο λόγο, και η γιαγιά ήταν προϊσταμένη του νοικοκυριού, με βοηθό τη νύφη της. Συχνά όταν το σπίτι ήταν μεγάλο και αρχοντικό, ζούσαν, κάτω από την αυτή στέγη, ακόμη και δύο ή τρεις οικογένειες. Τα παιδιά – αδέρφια και ξαδέρφια – γέμιζαν τα δωμάτια και χαίρονταν μαζί με τα παιχνίδια τους, την υποταγή και το σεβασμό στους γονείς, τους θείους, τις θείες, τον παππού και τη γιαγιά.

Η ζωή όμως ήταν συχνά πολύ στενόχωρη, με δυσμενείς επιπτώσεις στην καθημερινή συμπεριφορά, όταν σε ένα μικρό φτωχικό σπίτι, έπρεπε να συγκατοικήσουν περισσότερες της μιας οικογένειας. Δεν ήταν φαινόμενο σπάνιο, σε τέτοιες περιπτώσεις, να κατοικεί, σε κάθε δωμάτιο, και μια πολυμελής οικογένεια. Τότε οι σχέσεις των συγγενών, που συγκατοικούσαν, γίνονταν πολύ δύσκολες. Όμως, αντίθετα με τη ζωή της οικονομικής δυστυχίας των φτωχών, η ζωή στα μεγάλα πλουσιόσπιτα, με τα πολλά χωράφια, τα ζώα και τα πολλά αγαθά, ήταν ευτυχισμένη.

Εκεί οι εργασίες του σπιτιού, των χωραφιών, και των ζώων, μοιράζονταν ανάλογα με την ηλικία, την αντοχή και την επιτηδειότητα του καθενός.

Βοηθοί – εργάτες των πλουσίων ήσαν πάντοτε οι φτωχοί του χωριού, που συχνά δεν είχαν προσωπική ζωή. Η ζωή τους ήταν εξάρτημα της ζωής των πλουσίων, των αφεντάδων. Η δική τους έμοιαζε με τη ζωή των πτωχών δουλοπάροικων, όπως ήσαν γνωστή από τα παλιά τα χρόνια.

Τις μορφές αυτές της οικογενειακής ζωής, δηλ. των πλουσίων και φτωχών, τις συναντούσαμε ιδιαίτερα στην Ελληνική ύπαιθρο.

 Όμως τα χωριά, στα χρόνια εκείνα πλημμύριζαν από παιδιά. Ήταν ευτυχισμένη η εικόνα να τα βλέπεις, όταν με το πρωινό χτύπημα της καμπάνας για το σχολείο, ξεχύνονταν στις ρούγες και τα σοκάκια του χωριού, με ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί στο χέρι και στον ώμο την πάνινη τσάντα, με το αναγνωστικό και την πλάκα με το κοντηλά.

Οι άντρες του σπιτικού, έφευγαν με τα ζώα, νωρίς για τα χτήματα. Οι γυναίκες, όταν δεν ακολουθούσαν τους άντρες στα χωράφια, είχαν πολλές δουλειές στο σπίτι. Το κουβάλημα του νερού με το βαρέλι στον ώμο από το κεφαλάρι. Τη μπουγάδα των ρούχων, το ζύμωμα του ψωμιού, το κάψιμο του φούρνου για τη ζεστή μυρωδάτη κουλούρα, που θα την φέρουν στο κολατσιό, των εργατών, μαζί με το κρασί και τις σαρδέλες.

Η γιαγιά, αρχόντισσα πάντα στο σπίτι, θα δίνει οδηγίες και συμβουλές. Θα ανάψει το παραγώνι και θα φροντίζει στην κούνια, το νεογέννητο της οικογένειας.

Ο παππούς σοβαρός και γελαστός απολαμβάνει το σεβασμό όλων. Μετά το πρωινό ψωμοτύρι με τις ελιές, κοντά στο τζάκι, θα ρίξει στους ώμους το παλτό και θα φύγει για το μικρομάγαζο του χωριού. Εκεί θα πάρει τον καφέ του και θα κουβεντιάσει με τους συντοπίτες. Αν έχει φθάσει στο χωρικό κάποια επαρχιακή εφημερίδα, θα φορέσει τα γυαλιά του και καθισμένος στη μικρή καρέκλα του καφενείου, θα αναγνώσει τα νέα της εβδομάδας, σχολιάζοντάς τα με τους άλλους θαμώνες.

Αυτή ήταν μια από τις συνηθισμένες μορφές της οικογενειακής ζωής, στην υπαιθροχώρα, με κορυφαίους παράγοντες τους γέροντες γονείς.

Άλλοτε πάλι, όταν τα παιδιά παντρεύονταν σε άλλες περιοχές, πόλεις ή χωριά, ή ο μοναχογιός μάθαινε γράμματα και γινόταν δημόσιος υπάλληλος στην πόλη, η μορφή της οικογενειακής ζωής, ήταν διαφορετική. Οι γέροντες έμεναν μονάχοι στο χωριό. Εργάζονταν στα χωράφια, όσο καιρό μπορούσαν, με βοηθούς κάποιους εργάτες, από το χωριό και βέβαια πάντοτε με το γαϊδούρι, το άλογο ή το μουλάρι, για τις βαριές δουλειές.

Όπως πάντα, έτσι και τώρα, η φροντίδα για τις κατσίκες και τα κοτερά συμπλήρωναν τη ζωή τους.

Η επικοινωνία των γερόντων με τα παιδιά και τα εγγόνια της πόλης, γινόταν μόνο με αλληλογραφία. Ο ταχυδρόμος, μία-δύο φορές την εβδομάδα, ήταν ο άγγελος της χαράς για το χωριό, και κάποτε ο άγγελος της λύπης, από τα τυχόν δυσάρεστα νέα των ξενιτεμένων.

Και το καλοκαίρι, τι χαρά! Όταν έκλειναν τα σχολεία, η μητέρα άφηνε, το σύζυγο και πατέρα των παιδιών στην πόλη, και με τα παιδιά έφευγε για το χωριό κοντά στον παππού και τη γιαγιά. Πήγαιναν στην εξοχή. Εδώ όλα γελούσαν. Όλα έλαμπαν από χαρά. Τα τρεχάματα και τα ξεφωνητά παρέα με τα παιδιά του χωριού, συμπλήρωναν την ευτυχία τους. Εδώ οι αγαπημένες αγκαλιές της γιαγιάς και του παππού, θαρρείς πως κατέβαζαν πιο κοντά, στο ευτυχισμένο σπίτι το γελαστό ουρανό.

Και τι δεν είχε ετοιμάσει η χρυσοχέρα η γιαγιά για τα εγγόνια της. Και όλα, ήταν δικά της, καλοδουλεμένα. Τα μικρά παιδιά, συχνά, συνόδευαν τον παππού στο καφενείο. Εκεί, μαζί με τα χαϊδευτικά λόγια των χωρικών για τα εγγόνια, του ευτυχισμένου παππού, γεύονταν το γλυκό του κουταλιού και το μυρωδάτο λουκούμι.

 Το καλοκαίρι, ακόμη, η κόρη ή η νύφη, θα έφτιαχναν με τη γιαγιά τα ζυμαρικά του χειμώνα. Τις χυλοπίτες, τον τραχανά, αλλά και τα γλυκά του κουταλιού.

 Σε όλα μπροστά η γιαγιά. Η μητέρα και πεθερά. Ήταν το πρόσωπο της αναφοράς, στο καθετί. Και όταν στο τέλος του Αυγούστου, με τον αποχαιρετισμό των παιδιών και των εγγονιών, τα γεροντικά δάκρυα, έβρεχαν τα κεφαλάκια των μικρών, μια ευχή θέρμαινε τις ψυχές των ηλικιωμένων, που έμεναν και πάλι μονάχοι στο σπιτικό του χωριού. Η ευχή, να αντέξουν μέχρι να ξαναζήσουν και πάλι, ευτυχισμένες μέρες, το επόμενο καλοκαίρι, μαζί με τα παιδιά και τα εγγονάκια τους.

Οι γέροντες γονείς, φίλες και φίλοι, δεν ήταν μόνο για το χωριό, τα μαγικά πρόσωπα της οικογένειας. Απολάμβαναν την αγάπη και το σεβασμό και στην πόλη. Την πόλη που είχε ανθρώπινο πρόσωπο. Τα σπίτια τότε ήταν ισόγεια ή διώροφα το πολύ. Είχαν την αυλή και τον ανθισμένο κήπο. Η γειτονιά γινόταν ο παράδεισος των παιδιών και η μικρή κοινωνία των μεγαλυτέρων στην ηλικία. Βέβαια, η οικογένεια δεν είχε το ηλεκτρικό ψυγείο, την τηλεόραση, ή το τηλέφωνο. Δεν είχε την κουζίνα με το φούρνο και βέβαια το αυτοκίνητο. Και όμως, παρά τις ελλείψεις αυτές, μια οικογένεια που διέθετε τα αναγκαία υλικά αγαθά, αν συγκριθεί με τη σημερινή, κάθε άλλο παρά υστερούσε. Τα χρόνια εκείνα η ζωή ήταν ανθρώπινη. Τα παιδιά δε γινόντουσαν μηχανές πολυγνωσίας, για να τρέχουν, μετά το σχολείο, σε άλλες πόρτες μάθησης. Είχαν το χρόνο να γελάσουν, να παίξουν τα παιχνίδια της γειτονιάς και να χαρούν το χάδι του παππού και της γιαγιάς. Τα δύο τρία σκαλοπάτια, που πρόβαλαν στο πεζοδρόμιο, από την εξώπορτα του ισόγειου, πόσα και πόσα παραμύθια, θα μπορούσαν να διηγηθούν, αν κάποια από αυτά υπάρχουν ακόμη, μετά τα μεγαθήρια της ακοινωνησίας που υψώθηκαν στη θέση τους με αντιπαροχή.

Με το ηλιοβασίλεμα, το σύνθημα κυκλοφορούσε στη γειτονιά · παιδιά απόψε η γιαγιά της Μαρίας και του Πέτρου, μας περιμένει στα σκαλοπάτια της αυλής για τις ιστορίες της. Και στη μαγική νύχτα του αυγουστιάτικου φεγγαριού, η βάβω της γειτονιάς, μέσα στο λεπτό άρωμα του γιασεμιού, που ερχόταν από το διπλανό κήπο, ξεδίπλωνε στα μεγάλα μάτια των μικρών ιστορίες με δράκοντες και βασιλοπούλες. Παραμύθια με ιππότες, που ήρθαν από τη μακρινή χώρα, για να πάρουν την πεντάμορφη αρχοντοπούλα. Ιστορίες παιδικές, αλλά ανθρώπινες.

Πιο πέρα, από την παιδική συντροφιά της γιαγιάς, ο παππούς, με τους φίλους της γειτονιάς, χτυπώντας, με ρυθμό τις μεγάλες χάντρες του κομπολογιού, αστειευό-μενος γελούσε και χαιρόταν τις ευτυχισμένες βραδιές.

Αυτή ήταν η ζωή εκείνη. Φτωχή σε υλικά αγαθά, μα πλούσια σε αισθήματα αγάπης και σεβασμού στους ηλικιωμένους. Τους γέροντες, που αποτελούσαν κομμάτι της οικογένειας αναπόσπαστο, μέχρις ότου ο Πανάγαθος τους καλούσε κοντά Του. Ήταν η εποχή, που όλοι στην οικογένεια, προσπαθούσαν να κλείσουν έξω από την πόρτα του σπιτιού, την όποια κακία και να τη διαφυλάξουν σαν μια μικρή θεϊκή κοινωνία. Ζούσαν τη ζωή με συνέπεια και προοπτική.

Τα παιδιά γέμιζαν την ψυχή τους με αγάπη, γιατί γεύονταν τη χαρά των αδερφών τους, των γονέων, του παππού και της γιαγιάς. Γινόντουσαν θαρρετά, πειθαρχημένα και περισσότερο κοινωνικά πρόσωπα.

4. Ο παππούς και η γιαγιά, στη σύγχρονη οικογένεια

Οι μεταπολεμικές 10/ετίες με τις τεράστιες αλλαγές που, χωρίς εξαίρεση, επέφεραν σε όλους τους τομείς της ζωής, επηρέασαν καταλυτικά και την παραδοσιακή οικογένεια.

Στη μεταβολή αυτή συνετέλεσε αποφασιστικά η ερήμωση της υπαίθρου χώρας. Τα χωριά δεν είναι πια οι κυψέλες της πληθυσμιακής τροφοδοσίας και η δεξαμενή των δυνάμεων της πατρίδας μας. Είναι ερημότοποι με μισογκρεμισμένες στέγες και λιακωτά. Σπίτια με κλειστά πορτοπαράθυρα. Κάποιοι γέροντες εδώ, φρουροί μιας άλλης ξεχασμένης εποχής, σέρνουν τα τελευταία βήματά τους. Η καμπάνα για το Σχολείο ποτέ δε χτυπάει και η Εκκλησία θα λειτουργηθεί μόνο στη μνήμη του Αγίου της ή σε κάποια άλλη μεγάλη γιορτή, όπου θα κοινωνήσουν οι τελευταίοι Χριστιανοί του χωριού. Αλλά οι νέοι καιροί άλλαξαν και τη δομή της οικογένειας στην πόλη. Η τρίτη ηλικία διαφοροποιήθηκε από τη ζωή της νέας οικογένειας. Η νέα νοοτροπία περί της ζωής, και τα διαμερίσματα στις πολυκατοικίες, έσπασαν τους δεσμούς της παραδοσιακής οικογένειας, που έμειναν επί αιώνες απαραβίαστοι.

Στις μεγάλες πόλεις, με τις αποστάσεις των χώρων εργασίας, από την κατοικία, και με τις απαιτήσεις της νέας εποχής, η οικογένεια μοιάζει με κουρντισμένη μηχανή. Τα μέλη της χωρίστηκαν σε μονάδες. Το τρέξιμο για να προφθάσουν το σχολείο, τη δουλειά στο γραφείο, την επιχείρηση, και το νοικοκυριό ανεβάζουν την πίεση του σώματος και της ψυχής.

Η γυναίκα δεν είναι μόνο η μάνα, η σύζυγος και νοικοκυρά. Δεν φτάνουν άραγε αυτά; Σήμερα είναι η εργάτρια, η υπάλληλος, η προϊσταμένη, η επιχειρημα-τίας, και ό,τι άλλο υπάρχει στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Η αύξηση των υλικών απαιτήσεων, του καταναλωτισμού, και της απελευθέρωσης από τα «δεσμά» του σπιτιού και της οικογένειας, έβγαλαν τη γυναίκα στον ελεύθερο ανταγωνισμό με τους άντρες. Το νοικοκυριό, σε σχέση με τους στόχους της νέας εποχής, βρίσκεται σε τρίτη και τέταρτη θέση. Το σπίτι θα το αναλάβει, όταν το επιτρέπουν τα οικονομικά, κάποια φτω-χή γυναίκα, ξένης χώρας, που εγκατέλειψε άντρα και παι-διά, στο μακρινό φτωχικό της, για να τους βοηθήσει δυο-λεύοντας στη χώρα μας. Αν οι γνώσεις της το επιτρέπουν, θα ετοιμάσει κάτι για το μεσημεριανό των παιδιών, άλλως κάποιο σάντουιτς θα βολέψει την ανάγκη του φαγητού.

Τις πρώτες απογευματινές ώρες, θα φθάσει στο σπίτι η μάννα κουρασμένη. Τί να πρωτοκάνει; Εδώ πια ξεχνάει τον εαυτό της. Πρέπει να συμπληρώσει το φαγητό των παιδιών. Να ρωτήσει για τα μαθήματά τους. Να τα ετοιμάσει για την επόμενη μέρα και φυσικά για τα απογευματινά μαθήματα. Τη γλώσσα, τη μουσική, το χορό, τη γυμναστική. Κάθε μέρα κάποιο από αυτά θα είναι στο πρόγραμμα.

Αργά το απόγευμα έρχεται και ο πατέρας. Έχει συχνά υποφέρει όχι μόνο από την αναίδεια του προϊσταμένου της δουλειάς του, αλλά προ παντός από την αφόρητη κίνηση στους δρόμους. Θα βοηθήσει και αυτός όσο μπορεί, την υπόθεση που λέγεται σπίτι και νοικοκυριό. Θα πλύνει πιάτα, που δεν τα πρόφθασε η γυναίκα του, και θα μαγειρέψει το βραδινό των παιδιών. Όλοι, σε όλα. Τρέξιμο, κούραση, άγχος. Αυτή είναι η ζωή στις απρόσωπες πόλεις της εποχής μας. Μα εδώ κάτι σημαντικό ξεχάσαμε. Τη γιαγιά και τον παππού. Τί έγιναν αυτές οι ψυχές; Ε, τί άλλο μπορούσαν να γίνουν ή να κάνουν, από το να τραβήξουν το δικό τους μοναχικό δρόμο. Γι’ αυτούς, στη σύγχρονη οικογένεια, δεν υπάρχει ούτε χρόνος, ούτε χώρος, ούτε διάθεση. Έτσι, ή θα παραμείνουν οι τελευταίοι ξωμάχοι του χωριού, ή κάποιο δυαράκι στη διπλανή πολυκατοικία, θα στεγάσει τα γηρατειά τους. Στη διπλανή πολυκατοικία, γιατί, όλο και κάποια δουλειά, θα βρεθεί γι’ αυτούς, στη ζωή της οικογένειας των νέων καιρών και προσανατολισμών. Και εδώ η γιαγιά θα γίνει πολύτιμη βοηθός. Όταν όμως, η υπηρεσία της τελειώσει, θα φύγει για τη δική της φωλιά, κοντά στο γέρο της. Η πιο πέρα παρουσία της, είναι τουλάχιστον περιττή.

Πού, η παλιά οικογένεια με τις αγκαλιές, τα παραμύθια και τις πολλές αγάπες. Αυτά ανήκουν σε άλλους χρόνους. Ίσως τα εγγόνια να μάθουν, για τη ζωή εκείνη, από τα Σχολικά αναγνωστικά τους. Μα ποτέ δε θα τη ζήσουν. Δε θα τη χαρούν ποτέ. Ανήκει σε ένα κόσμο που έφυγε και δε θα ξαναγυρίσει ποτέ πια.

Έχουν όμως και οι γέροντες τα τυχερά τους στη νέα ζωή. Όταν οι γονείς των μικρών λείπουν, στη δουλειά τους, και τους αφήνουν τα παιδιά, θα τα οδηγήσουν στο κοντινό πάρκο και εκεί θα παίξουν μαζί τους στις κούνιες και τα αλογάκια. Ύστερα όταν περνάνε έξω από την Εκκλησία της γειτονιάς, θα τα οδηγήσουν στο εικόνισμα του Χριστούλη και της Παναγίτσας, για να προσκυνήσουν και να ανάψουν το κεράκι τους. Ο πολύτιμος ρόλος των γερόντων, θα υπάρχει πάντοτε έστω και έξω από το σπιτικό των παιδιών. Αλλά, ας μην είμαστε άδικοι. Πρέπει να πούμε, ότι και οι ίδιοι οι γέροντες γονείς, δεν επιθυμούν πια τη συγκατοίκηση, με τη ζωή που έχει η σημερινή οικογένεια των παιδιών τους. Δε βολεύονται με τη ζωή της βιασύνης. Θέλουν την ησυχία τους, και όταν ακόμη η σκέψη τους είναι δεμένη με τα παιδιά και τα εγγόνια. Έτσι, τα βράδια κοιμούνται κοντά στο τηλέφωνο, μήπως και κάποιο εγγονάκι πονέσει, για να τρέξουν. Κοντά, αλλά και χώρια, από παιδιά και εγγόνια, με εναλλασσόμενες τις χαρές και τις στενοχώριες, που δε λείπουν, από την καθημερινότητα, μετράνε τα χρόνια, που γρήγορα φεύγουν.

Και όσο χρόνο υπάρχουν και οι δύο τους στη ζωή, τα πράγματα προχωρούν υποφερτά. Όταν όμως ο ένας φύγει, η ζωή γίνεται δύσκολη, μάλιστα όταν η γυναίκα ή ο άντρας έχει τη νοοτροπία της παλιάς εποχής. Τότε η μοναξιά γίνεται σκληρή και μελαγχολική παρέα. Όμως αυτή είναι η ζωή, δεν αλλάζει.

Στο μεταξύ η οικογένεια του γιου ή της κόρης δε τους χρειάζεται πια. Τα μικρά μεγάλωσαν. Αυτοεξυπη-ρετούνται και πηγαίνουν μόνα τους στο σχολείο. Κάπου εδώ αρχίζουν και οι συχνές αρρώστιες του παππού ή της γιαγιάς. Τα παιδιά δεν ευκαιρούν να τους προσέξουν, όπως θα ήθελαν. Σε κάποιες περιπτώσεις και δεν το επιθυμούν. Η νύφη ή ο γαμπρός αισθάνονται κάποτε, ότι ήρθε ο καιρός, να απελευθερώσουν κάποια απωθημένα των περασμένων χρόνων. Το σπίτι δε χωράει τους γέρους πια.

Τότε ανοίγονται άλλοι δρόμοι. Αν τα οικονομικά επιτρέπουν, κάποια γυναίκα, θα αναλάβει τη φροντίδα της γιαγιάς ή του παππού. Η άλλη λύση είναι το γηροκο-μείο ή το άσυλο. Τα πανδοχεία, δηλαδή της φτωχολογιάς.

Μέσα στους οίκους της ευγηρίας, όπως τους λέμε, με την επίπλαστη χαρά, παρέα με άλλους εξόριστους της οικογενειακής εστίας, θα μετράνε τις τελευταίες μέρες της ζωής. Κάπου κάπου, ο γιος ή η κόρη, συνοδευόμενοι από ένα εγγονάκι, θα κάνουν την παρουσία τους στον απόβλητο γέροντα του σπιτιού. Εκεί με ένα λυπημένο χάδι, για την αυθάδεια της ζωής, θα δίνουν μια μικρή πνοή, πονεμένης χαράς, στην ύπαρξη εκείνη, που για μια ολόκληρη ζωή, έδωσε το σώμα και την ψυχή της, στο σημερινό επισκέπτη.

Εδώ, μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον, η γιαγιά ή ο παππούς, μόνοι και πικραμένοι, θα τελειώσουν την κουρασμένη ζωή, για να αναπαυθούν στη φιλόξενη αγκαλιά του Πατέρα της Ουράνιας γαλήνης.

5. Αντιπαλότητες στην παλιά και τη σύγχρονη οικογένεια

Το φαινόμενο της αντιπαλότητας μεταξύ νύφης και πεθεράς είναι διαχρονικό. Το συναντάμε σε όλες τις εποχές. Οφείλεται στην ελλιπή ψυχική καλλιέργεια αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου στη διαφορετική νοοτροπία δύο ανθρώπων που, από κάποια μέρα και ύστερα, έπρεπε να συγκατοικήσουν ή έστω να επικοινωνούν φιλικά. Και στις καλές εποχές, όπως πιο πάνω περιγράψαμε, όχι πάντοτε, αλλά συχνά και δειλά, η αντιπαλότητα υπήρχε. Μόνο που τα χρόνια εκείνα συνήθως δεν εκδηλώνονταν φανερά. Η ζωή κυλούσε υποφερτά και όταν ακόμη η πεθερά με τη νύφη δεν κατόρθωναν να συνεννοηθούν.

Η ζωή δεν είχε άλλη διέξοδο. Τα αντίπαλα μέρη, ήσαν υποχρεωμένα να συνυπάρξουν. Σε πολλές περιπτώσεις η συνύπαρξη ήταν αποτέλεσμα οικογενειακής βίας. Τα εγγόνια ζούσαν σε διαρκή στενοχώρια και αμηχανία, ενώ ο πατέρας τους ένοιωθε να τον χτυπούν δύο συμπληγάδες. Της γιαγιάς τους αφ’ενός και της γυναίκας του αφ’ ετέρου.

Η νύφη για την πεθερά, ήταν εκείνη, που έκλεψε το γιο της και τώρα, αυτή η ξένη, ήρθε στο σπιτικό της για να επιβάλει, «με το έτσι θέλω» την παρουσία της. Αλλά και ο γαμπρός, αυτό το φτωχοπαίδι της άλλης ρούγας του χωριού, αφού άρπαξε τη μοναχοκόρη και την περιουσία της, θέλει τώρα να κυριαρχήσει στο αρχοντικό μας.

Η δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρεται, στη μαρτυρική ζωή, του φτωχόπαιδου που έγινε «σώ-γαμπρος», στο σπιτικό των πεθερικών του.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι, φίλες και φίλοι, με διαφορετική σκέψη και συμπεριφορά, θα υπάρχουν και τα προβλήματα που πληγώνουν τη ζωή μας. Ο κόσμος, πάντοτε, αυτός ήταν. Και όπως λέει ένας σοφός στοχαστής «οι σημερινοί άνθρωποι σε τίποτα δε διαφέρουν από τους παλαιούς, παρά μόνο στο ένδυμα και στο όπλο, τα οποία έχουν τελειοποιήσει στην εποχή μας».

Όμως η θυμωμένη εποχή μας, μέσα στη γνωστή υποκρισία της, είναι πιο ειλικρινής από τις προηγούμενες. Όχι, γιατί οι άνθρωποι έγιναν καλλίτεροι, αλλά γιατί έχουν καλλίτερες οικονομικές δυνατότητες.

Το νέο ζευγάρι από τις παραμονές του γάμου, θα τακτοποιηθεί στο διαμέρισμα ανάλογα με τα οικονομικά του, χωρίς καμιά έννοια για τους γέροντες γονείς. Αυτοί θα παραμείνουν εκεί που μέχρι σήμερα κατοικούσαν. Έχουν βέβαια οι νέοι άνθρωποι το δικαίωμα να χτίσουν τη δική τους ζωή, όπως την ονειρεύονται. Συχνά οι επεμβάσεις των μεγαλυτέρων, με επιλογές μιας άλλης εποχής, δημιουργούν δυσκολίες στη νέα οικογένεια.

Ας είμαστε ανεκτικοί στους νέους οικογενειάρχες. Αυτοί στα πρώτα τους βήματα, πρέπει να αφομοιώσουν τις δικές τους διαφορές και αδυναμίες, για να φθάσουν στην αναγκαία οικογενειακή ενότητα.

 Η παρουσία των γονιών, πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται από την πρέπουσα διακριτικότητα για να μη δημιουργούνται στενοχώριες. Έτσι, δε θα φθάνουμε στο θλιβερό φαινόμενο, οι γονείς να μην επικοινωνούν με τα παιδιά και τα εγγόνια και τα παιδιά με τους γονείς.

Όπου υπάρχει η δυνατότητα, οι γονείς θα προσφέρουν τη βοήθειά τους, στις νέες οικογένειες με τα μικρά παιδιά, έστω και αν η νύφη μιλάει στην πεθερά με το Μαρία, Ευγενία ή Ευτέρπη και ο γαμπρός στον πεθερό με το Πέτρο, Παύλο ή Αριστοτέλη. Η καρδιά της γιαγιάς και του παππού είναι σαν μια αγκαλιά μεγάλη, που τα δέχεται και να χωνεύει όλα.

Αγαπητοί, όπως αλλάζουν οι εποχές, έτσι αλλάζουν και οι συμπεριφορές των ανθρώπων. Αυτές που μένουν, αμετάβλητες, είναι μόνο οι ηθικές αξίες της ζωής. Ας είμαστε διαλλακτικοί και οπλισμένοι με υπομονή.

Φίλες και φίλοι, η ζωή δεν πλάθεται ανάλογα με τις προσωπικές μας πεποιθήσεις και επιθυμίες. Δε μπαίνει στα καλούπια της δικής μας επιλογής. Κυλάει ελεύθερα, όπως το νερό στο αυλάκι, ξεπερνώντας μικρά και μεγάλα εμπόδια. Έτσι κυλούσε από την αρχή της ζωής των ανθρώπων και έτσι θα συνεχίσει να κυλάει.

Το σύνθημα «αντισταθείτε», που ακούγεται στους κοινωνικούς αγώνες, προσωπικά, δε με εκφράζει, για τους ηθικούς αγώνες της ζωής μας. Προτιμώ σαν σύνθημα το «μη συσχηματίζεσθε». Δηλαδή, κρατείστε στη ζωή σας τις ηθικές αξίες, όπως την αγάπη, και την πνευματική ελευθερία, την ανοχή και την ευγένεια, την επιείκεια και τη διακριτικότητα, που διαφοροποιούν τη συμπεριφορά των ανθρώπων από εκείνη των αλόγων ζώων και δίνουν ποίηση στην καθημερινότητά μας, την κουρασμένη.

Γιατί η ποίηση στη ζωή μας, είναι εκείνη, που τελικά, προδιαγράφει την αξιοπρεπή επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας και προετοιμάζει μιαν ευλογημένη έξοδο προς την αιωνιότητα, η οποία, ιδιαίτερα στην εποχή μας, είναι άγνωστο πότε θα έρθει.