Προσευχή του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

ΠΡΩΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

Αιώνιε Κύριε, Δημιουργέ των απάντων ο καλέσας με εις την ζωήν ταύτην τη ανεξερευνήτω Σου αγαθότητις δους μοι την Χάριν του Βαπτίσματος και την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος ο κοσμήσας με τη επιθυμία του αναζητείν Σε, τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσον της δεήσεώς μου.

Ο Θεός μου, ουκ έχω ζωήν, φως, χαράν, σοφίαν, δύναμιν άνευ Σου.

Αλλά Συ είπας τοις μαθηταίς Σου: «Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».

Όθεν τολμώ επικαλείσθαι Σε, καθάρισόν με από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος.

Δίδαξον με πως δει προσεύχεσθαι.

Ευλόγησον την ημέραν ταύτην ήν εχάρισάς μοι, τω αναξίω δούλω Σου.

Ικάνωσόν με τη δυνάμει της Χάριτός Σου αδιαλείπτως ομιλείν και εργάζεσθαι προς την Σην δόξαν εν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, υπομονής, αγάπης, ευγενείας, ειρήνης, ανδρείας και σοφίας, επιγινώσκειν αεί την απανταχού παρουσίαν Σου.

Κύριε ο Θεός, δείξόν μοι την οδόν του θελήματός Σου εν τη απείρω Σου αγαθότητι και αξίωσόν με πορεύεσθαι ενώπιόν Σου χωρίς αμαρτίας.

Καρδιογνώστα Κύριε, Συ επιγινώσκεις πάσαν μου ένδειαν, Συ γινώσκεις την τυφλότητα και την άγνοιάν μου, Συ γινώσκεις την αστάθειαν και την διαφθοράν της ψυχής μου.

Αλλ’ ουδ’ ο πόνος ουδ’ η αγωνία η εμή κεκρυμμένα Σοι τυγχάνει. Επάκουσον της δεήσεώς μου και δίδαξόν με τω Πνεύματί Σου τω Αγίω, οδόν εν ή πορεύσομαι.

Μη εγκαταλείψης με, ότι η διεφθαρμένη μου θέλησις οδηγήση με προς άλλας οδούς, αλλά βιαίως επανάγαγέ με προς Σε.

Δος μοι, τη δυνάμει της Σης αγάπης, στερεωθήναι με εις το αγαθόν.

Φύλαξον με από παντός λόγου ή έργου ψυχοφθόρου, από πάσης εσωτερικής και εξωτερικής κινήσεως μη ευαρέστου ενώπιόν Σου και επιβλαβούς δια τον αδελφόν μου.

Δίδαξόν με πώς δει και τι με δει λαλείν.

Εάν το Σον θέλημα εστι του μη αποκριθήναι με δος μοι πνεύμα ειρηναίας σιωπής, αλύπου και ακινδύνου δια τον αδελφόν μου.

Νομοθέτησόν με εν τη τρίβω των εντολών Σου και έως εσχάτης μου αναπνοής μη επιτρέψης παρεκκλίναι με από του Φωτός των προσταγμάτων Σου, έως ότου καταστώσιν ο μοναδικός νόμος πάσης υπάρξεώς μου, προσκαίρου τε και αιωνίου.

Δέομαί Σου ο Θεός ελέησόν με.

Λύτρωσαί με από της θλίψεως και αθλιότητός μου και μη αποκρύψης απ’ εμού την οδόν της σωτηρίας.

Εν τη αφροσύνη μου, ο Θεός, περί πολλών και μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων αεί την εμήν κακότητα, την αδυναμίαν και φαυλότητα κράζω Σοι, ελέησόν με.

Μη απορρίψης με από του Προσώπου Σου ένεκεν της αλαζονείας μου.

Δος και αύξησον εν εμοί τω αχρείω την δύναμιν του αγαπάν Σε, κατά τας εντολάς Σου, εξ όλης της καρδίας μου, εξ όλης της ψυχής μου, εξ όλης της διανοίας μου, εξ όλης της ισχύος μου, και δι’ όλου του είναι μου.

Ναι, ο Θεός, δίδαξόν με δικαίαν κρίσιν και γνώσιν τω Πνεύματί Σου τω Αγίω.

Δος μοι του γνώναι την Αλήθειάν Σου προτού με απελθείν εκ της ζωής ταύτης.

Παράτεινον τας ημέρας της ζωής μου έως ότου Σοι προσφέρω μετάνοιαν αληθινήν.

Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου μηδέ εν ώ ο εμός νους τετυφλωμένος εστί.

Και όταν ευδοκήσης ελθείν το τέλος της ζωής μου προγνώρισόν μοι τον θάνατον, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή προς συνάντησίν Σου.

Έσο μετ’ εμού, Κύριε, εν εκείνη τη ώρα τη φοβερά και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου.

Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού και αποκρύφου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί και δώρησόν μοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού βήματός Σου.

Ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και την άμετρον φιλανθρωπίαν Σου, επάκουσον της δεήσεώς μου.

Περί του Μεγάλου Αγιασμού

Περί του Μεγάλου Αγιασμού και της χρήσεως αυτού

του Μακαριστού Μητροπολίτη Πατρών κυρού Νικοδήμου

Υπείκοντες εις ανατεθείσαν ημίν εντολήν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (υπ’ αριθμ. 543/938/14.7.1998), προκληθείσαν εξ εισηγήσεως της Μονίμου Συνοδικής Επιτροπής Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού Έργου (από 12.6.1998), όπως προβώμεν εις «την εκπόνησιν ειδικής γνωμοδοτήσεως περί του θέματος του Μεγάλου Αγιασμού, ήτοι πώς λαμβάνεται ούτος παρά των χριστιανών, εάν φυλάσσεται και εάν εξ αυτού μεταλαμβάνουσιν» οι πιστοί, «της γνωμοδοτήσεως ταύτης δημοσιευθησομένης εις τα ΔΙΠΤΥΧΑ του επιόντος έτους 1999, προς ενημέρωσιν των ευλαβέστατων εφημερίων και πληροφόρησιν των πιστών», παρατηρούμεν τα εξής’

1. Δέον να είναι σαφές ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει εις τον τελούμενον Μέγαν Αγιασμόν της παραμονής των Θεοφανείων και εκείνον της κυρίας ημέρας της Εορτής. Ουχί ορθώς νομίζεται ότι δήθεν τελείται την παραμονήν «μικρός Αγιασμός» και την επομένην ο «Μέγας». Πρόκειται περί στοιχειώδους αγνοίας και πλάνης. Και εις τας δύο περιπτώσεις πρόκειται περί του Μεγάλου Αγιασμού.

Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως κατά μήνα τελούμενος (εις τους Ί. Ναούς και εις οικίας των χριστιανών), ως και εις διαφόρους τελετάς (εγκαινίων οικιών, καταστημάτων και ιδρυμάτων, εις θεμελιώσεις κτισμάτων ή επί τη ενάρξει της χρήσεως και λειτουργίας των κ.λπ.). Ο δε Μέγας Αγιασμός τελείται μόνον δις του έτους (τη 5η και τη 6η Ιανουαρίου) εν τω Ναώ.

2. Ο Μέγας Αγιασμός φυλάσσεται καθ’ όλον το έτος εν τω Ναώ. Φυλάσσεται δε πάντως ουχί άνευ λόγου. Και ο λόγος δεν είναι άλλος, ει μη δια να «μεταλαμβάνεται» υπό των πιστών, υπό ωρισμένας συνθήκας και προϋποθέσεις. Συνηθισμένη είναι η περίπτωσις πού  αφορά εις τους διατελούντος υπό επιτίμιον του πνευματικού, κωλύον την συμμετοχήν αυτών εις την Θείαν Κοινωνίαν, προς καιρόν, και είθισται να δίδεται εις αυτούς, προς ευλογίαν και παρηγορίαν των, Μέγας Αγιασμός. Ουδέν κώλυμα υφίσταται προς τούτο, εφ’ όσον μάλιστα ευρίσκονται εν μετάνοια και εξομολογήσει. Απαραιτήτως όμως πρέπει να συνειδητοποιούν ότι ο Μέγας Αγιασμός δεν υποκαθιστά ούτε αντικαθιστά την Θείαν Κοινωνίαν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, προς την οποίαν οφείλουν να προετοιμάζωνται, δια της μετανοίας και απαλλαγής εκ των υπό της αμαρτίας κωλυμάτων, δια να αξιωθούν να κοινωνήσουν το ταχύτερον.

3. Ερωτάται, εάν ο Μέγας Αγιασμός δύναται να φυλάσσεται και κατ’ οίκον και να πίνωσιν εξ αυτού εν ώραις ασθενειών και κινδύνων και προς αποτροπήν βασκανίας ή  άλλων απευκταίων καταστάσεων.

Η απάντησις είναι θετική. Παρέχεται εξ αυτού τούτου του ιερού κειμένου της Ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, υπό των οποίων προβλέπεται «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό (το ηγιασμένον ύδωρ…) προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον», και δη και «δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον». (Πρβλ. και συναφή ευχήν εις βασκανίαν «φυγάδευσαν και απέλασαν πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν… και οφθαλμών βασκανίαν των κακοποιών ανθρώπων»).

Αναντιρρήτως χειραγωγείται ούτως ο πιστός να αποφεύγη αλλάς διεξόδους («ξόρκια», μαγείας και τα πλέον απίθανα παρασκευάσματα των αφελών και μεθοδείας του πονηρού), και να καταφεύγη εις τα έγκυρα της Εκκλησίας «αγιάσματα», ως ο Μέγας Αγιασμός, (αλλά και ο «μικρός» λεγόμενος αγιασμός), ως συνειδητόν μέλος της Εκκλησίας και μέτοχος των αγιαστικών αυτής μέσων, ως ταμειούχου της θείας χάριτος.

Προϋποτίθεται βεβαίως ότι εις τας οικίας, οπού φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός, και η κανδήλα θα ανάπτεται και θα καίει επιμελώς, και η ευλάβεια θα υπάρχη εις τα μέλη της οικογενείας, τους συζύγους και τα παιδιά, θα αποφεύγεται δε πάσα αιτία φυγαδεύουσα την Θείαν χάριν (βλασφημίαι ή άλλαι ασχημοσύναι).

4. Προκειμένου, τέλος, περί της σχέσεως της νηστείας προς την λήψιν του Μεγάλου Αγιασμού και περί των εν γένει προϋποθέσεων της φυλάξεως αυτού κατ’ οίκον παρατηρούμεν τα ακόλουθα.

Η ιστορική αρχή του Μεγάλου Αγιασμού έχει ως εξής. Την παραμονήν των Θεοφανείων εγίνετο —όπως και το Πάσχα και την Πεντηκοστήν— η βάπτισις των Κατηχουμένων. Τα μεσάνυκτα ετελείτο ο αγιασμός του ύδατος δια την βάπτισιν αυτών. Εισήχθη δε συνήθεια να λαμβάνουν οι χριστιανοί εκ του ύδατος τούτου και να το φέρουν εις τους οίκους των εις ευλογίαν, ως μαρτυρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος Ρ.Ο. 49,366)· και μάλιστα το διετήρουν επί ολόκληρον έτος. «Δια τούτο και εν μεσονύκτιο κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν». Η ακολουθία του αγιασμού αργότερα απεμονώθη από το βάπτισμα —μολονότι διετήρησε πολλά στοιχεία αυτού. Παρέμεινε δε η συνήθεια να λαμβάνουν οι πιστοί εκ του ηγιασμένου ύδατος εις τον οίκον των, «προς αγιασμόν οίκων», κατά την καθαγιαστικήν ευχήν.

Ενωρίς, εξ άλλου, καθιερώθη η παραμονή των Θεοφανείων ως ήμερα νηστείας, τοσούτο μάλλον καθόσον ήτο διετεταγμένον: «προνηστευσάτω ο βαπτιζόμενος και ο βαπτίζων»» και όχι μόνον αυτοί, αλλά και οι οικείοι των, και όσοι άλλοι εθελοντικώς ετέλουν νηστείαν «υπέρ των βαπτιζομένων» (παλαιοχριστιανικόν έθος ευάρεστον τω θεώ, και θα ελέγομεν αξιοσύστατον). Υπήρχον ήδη εν τοιαύτη περιπτώσει δύο λόγοι νηστείας την παραμονήν των Θεοφανείων αφ’ ενός δια την εορτήν, ως και εις αλλάς Δεσποτικός και Θεομητοριικάς εορτάς, εν προκειμένω μιας μόνον ημέρας, δια το εόρτιον κλίμα του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων και αφ’ έτερου «υπέρ των βαπτιζομένων», ως προεγράφη. Δεν ήτο δύσκολον να εκληφθή και η συγκυρία του Μεγάλου Αγιασμού ως πρόσθετος λόγος νηστείας, χωρίς αύτη να έχη αιτιώδη σχέσιν με αυτόν.

Μεταφέροντες δε το ζήτημα εις την σημερινήν «πράξιν», θα είπωμεν, εν όψει των ανωτέρω, ότι οι μεν τακτικώς μεταλαμβάνοντες των αχράντων μυστηρίων και τηρούντες ευλαβώς τας υπό της Εκκλησίας νενομισμένας νηστείας —μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η της παραμονής των Θεοφανείων, είναι ήδη έτοιμοι να πίωσι τον Μέγαν Αγιασμόν κατά το διήμερον της Εορτής ταύτης. Δια δε τους λαμβάνοντας αυτόν περιστασιακώς, ως ορίζει εις αυτούς ο πνευματικός των, ενδείκνυται να τελούν την σχετικήν νηστείαν.

Και οι εκτάκτως μεταλαμβάνοντες κατ’ οίκον του Μεγάλου Αγιασμού, εν ώραις ασθενειών, κινδύνων κ.λπ., μετά ή άνευ νηστείας, πάντως ας φροντίζουν να μη υστερούν εις πνευματικήν νηστείαν, απέχοντες «από παντός μολισμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’ Κορ. 7,1)

Τα είδη του Βαπτίσματος

ΕΙΔΗ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΩΝ

Του πρ. Γεωργ. Κουγιουμτζόγλου

Πρώτο βάπτισμα είναι το Ιουδαϊκό.

Αυτό δεν καθάριζε αμαρτήματα, αλλά σωματικές ακαθαρσίες. Εάν κάποιος άγγιζε π.χ. οστά νεκρών ή πλησίαζε λεπρούς, λουζόταν και ενώ μέχρι το εσπέρας θεωρείτο ακάθαρτος, μετά γινόταν καθαρός (Λευϊτ. ιε’, 5).

Δεύτερο βάπτισμα είναι τον Ιωάννου του Προδρόμου.

Ήταν ανώτερο από το ιουδαϊκό, αλλά κατώτερο από το δικό μας. Αποτέλεσε γέφυρα μεταξύ των δύο βαπτισμάτων, για να οδηγήσει από το ιουδαϊκό στο χριστιανικό. Δεν παρείχε ούτε τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος ούτε άφεση αμαρτιών, αλλά παρακινούσε τους ανθρώπους να κάνουν έργα άξια μετανοίας (Ματ. γ’, 8). Προετοίμαζε τους ανθρώπους να δεχθούν το βάπτισμα του Χριστού.

Τρίτο βάπτισμα είναι του Αγίου Πνεύματος.

Μ’ αυτό βαπτίστηκαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου «… βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Άγίω ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» (Πράξεις α’, 5). Δε χρειάστηκαν λοιπόν άλλο βάπτισμα καί γι’ αυτό ό Αγ. Γρηγόριος ό Παλαμάς ονομάζει κολυμβήθρα το υπερώο στο οποίο κατήλθε το Αγιο Πνεύμα, ενώ ό Αγ. Ιωάννης ό Χρυσόστομος αναφέρει ότι οι Απόστολοι βαπτίσθηκαν με το βάπτισμα του Άγιου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Τέταρτο είναι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Είναι αυτό πού μας υπέδειξε ο Κύριος. Τελείται με νερό πού καθαρίζει το σώμα και με το Άγιο Πνεύμα που λαμπρύνει την ψυχή και την ελευθερώνει από τις αμαρτίες. Είναι το ανώτερο βάπτισμα πού εφάρμοσαν οί Άγιοι Απόστολοι, συνέχισαν οι διάδοχοι τους και συνεχίζει να τελεί (και να βαπτίζει) ή Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Όποιος δεν δευτερογεννηθεί από το άγιο βάπτισμα δε εισέρχεται στη Βασιλεία των Ουρανών, κατά το λόγο του Χριστού στο Νικόδημο (Ίω. γ’, 5).

Πέμπτο βάπτισμα είναι το Μαρτύριο.

Είναι το τιμιώτερο και καλύτερο από όλα τα βαπτίσματα, γιατί μετά από αυτό δε μολύνεται από την αμαρτία ούτε ό Μάρτυρας του Χριστού ούτε το Βάπτισμα.

Έκτο βάπτισμα είναι το βάπτισμα των δακρύων.

Πρόκειται για τα δάκρυα της μετανοίας πού χύνει κανείς θρηνώντας για τίς αμαρτίες του. Με τα δάκρυα καθαρίζει ό άνθρωπος το πρώτο βάπτισμα του, πού μόλυνε. Το μαρτύριο του αίματος έχει κόπο καί πόνο, αλλά σε περιορισμένο χρόνο, ενώ το «μαρτύριο» των δακρύων πρέπει να το έχει ό άνθρωπος σ’ όλη του τη ζωή και γι’ αυτό είναι το κοπιαστικότερο άπ’ όλα τα βαπτίσματα.

Από το βιβλίο «Λατρευτικό Εγχειρίδιο»

Οι Αγιοι της Εκκλησίας

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Του πρ. Γεωργ. Κουγιουμτζόγλου

Κατά το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, Άγιοι είναι οι γνήσιοι θεράποντες του Χριστού. «Άγιοι είναι οι ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι όποιοι δια μεν της τελείας αγάπης τους προς τον Θεόν καί της ακριβεστέρας υπακοής των είς τον Νόμoν Του εύηρέστησαν ενώπιον Του, δια δε της δωρεάς του Άγιου Πνεύματος ήγιά-σθησαν, εθεώθησαν καί έδοξάσθησαν υπό του Θεού, και ζώντες καί μετά την κοίμησίν των… και δια της δοθείσης εις αυτούς παρρησίας πρεσβεύουν υπέρ ζώντων και κεκοιμημένων» (Επισκόπου Μελετίου, Αγιολογία).

Ή ονομασία Άγιος δίδεται κατ’ αρχάς στους Μάρτυρες πού ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και γι’ αυτό τους έθανάτωσαν (μαρτύρησαν). Μετά το τέλος των διωγμών ή ονομασία δίνεται και σ’ αυτούς πού διακρίθηκαν για την άγια ζωή τους.

Τα μέλη της Εκκλησίας σέβονται και τιμούν τους Αγίους «εν λόγοις, εν συγγραφαίς, εν νοήμασι (με ύμνους και τροπάρια), εν θυσίαις (θ. Λειτουργίες), εν ναοίς, εν εικονίσμασι» (Συνοδικό Ζ Όίκουμενικής Συνόδoυ), επειδή αυτοί απολαμβάνουν τιμή καί δόξα στη Βασιλεία των ουρανών, έχουν παρρησία στο θρόνο του θεού και μεσιτεύουν υπέρ ημών.

Προσφέρουμε την τιμή μας στους Αγίους όλους και στην Παναγία καί στους αγίους Αγγέλους, αλλά λατρεία προσφέρουμε μόνο στον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υίό καί το Αγιο Πνεύμα. Προσκυνούμε καί ασπαζόμαστε τις Άγιες εικόνες των Αγίων τιμητικά (ή προσκύνηση διαβαίνει στο πρωτότυπο, το εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στο υλικό της εικόνας) και του Θεού λατρευτικά (τιμητική – λατρευτική προσκύνηση).

Ή Εκκλησία μας την τιμή αυτή στους Άγιους την εκδηλώνει:

α. Με ανέγερση Ναών στο όνομα τους και την τοποθέτηση ιερών λειψάνων τους στην Άγία Τράπεζα.

β. Με προσκύνηση των Ιερών εικόνων και λειψάνων τους.

γ. Με θέσπιση εορτών προς τιμή τους.

δ. Με συγγραφή άσματικών ακολουθιών, εγκωμίων κ.λπ.

ε. Με επίκληση των πρεσβειών τους και πίστη στην αποτελεσματικότητα της μεσιτείας τους. Συγχρόνως μας προτρέπει να τους μιμηθούμε στο φρόνημα και τη ζωή τους, υπενθυμίζοντας μας το «Αγιοι γίνεσθε ότι εγώ Άγιος ειμί» (Α’ Πέτρ. α’, 16) και ότι «Μνήμη Αγίου, μίμηση Αγίου» (Πατέρες της Εκκλησίας).

 

Σ’ αυτή τη μίμηση διευκολύνει ή Εκκλησία τους πιστούς με την καθιέρωση εορτών προς τιμή τους. Και υπάρχουν;

α. Επέτειοι του Μαρτυρίου ή της κοιμήσεως των Αγίων. Ή ήμερα αυτή ονομάζεται «μνήμη Αγίου» ή «γενέθλιος ήμερα» του Αγίου (εισήλθε – γεννήθηκε στην αιώνια ζωή)1.

β. Συνάξεις. Πρόκειται για εορτές πού τελούνται την επόμενη ήμερα μιας Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής. Συνάζονται οί πιστοί για να τιμήσουν το πρόσωπο το όποιο συμμετείχε ή συνέβαλε στην εορτή. «Ετσι έχουμε; Σύναξη της Θεοτόκου στίς 26 Δεκεμβρίου (αυτή έγέννησε τον Χριστό), Σύναξη του Προδρόμου στίς 7 Ιανουαρίου (αυτός βάπτισε τον Χριστό), Σύναξη του αρχαγγέλου Γαβριήλ στίς 26 Μαρτίου κ,λπ.

γ. Ευρέσεις καί άνακομιδές ή μετακομιδές αγίων λειψάνων.

δ. Επέτειοι θαυμάτων καί σπουδαίων γεγονότων από τη ζωή της Εκκλησίας ή των Αγίων.

Έπι πλέον για να τιμηθούν όλοι μαζί οί Αγιοι, γνωστοί καί άγνωστοι, θεσπίστηκε καί ή εορτή «Των Αγίων Πάντων», πού εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή.

Καί οί πιστοί ανταποκρινόμενοι στη φροντίδα αυτή καί αγάπη της Εκκλησίας προστρέχουν στους Ναούς για να τους τιμήσουν, αλλά καί για να ζητήσουν την πρεσβεία καί μεσιτεία τους: «Αγιε του Θεού… πρέσβευε υπέρ ημών». Αυτό το πνεύμα εκφράζει καί το τροπάριο του Μεγάλου Αποδείπνου; «Κύριε, εί μη τους αγίους σου εϊχομεν πρεσβευτάς καί την αγαθότητα σου συμπαθούσαν ύμιν, πώς έτολμώμεν, Σωτήρ ύμνήσαι σε…».

 

1.Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Αρχίζουμε την απαρίθμηση των Αγίων από την Θεοτόκο, ή οποία είναι καί ΠΑΝ-ΑΓΙΑ.

Το κύριο όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Μαρία (Μαριάμ). Όλα τα αλλά είναι επίθετα – προσωνυμίες πού δείχνουν ιδιότητες ή χαρίσματα της.

Θεοτόκος λέγεται γιατί εγέννησε τον Χριστό πού είναι Θεός. Παναγία λέγεται γιατί συγκεντρώνει όλη την αγιότητα σε όλη τη ζωή της και στον υπέρτατο βαθμό.

Άειπάρθενος λέγεται γιατί συνέλαβε έκ Πνεύματος Αγίου καί γέννησε υπερφυσικά Θεό καί Άνθρωπο μυστήριο πού γίνεται κατανοητό μόνο με πίστη. Αυτό δηλώνεται στην Αγιογραφία με τά τρία αστέρια πού έχει στο μέτωπο καί ώμους της καί σημαίνουν οτι ή Παναγία ήταν Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο καί μετά τον τόκο (τη γέννα).

Ή Δέσποινα του κόσμου καί Βασίλισσα των Ουρανών υπερέχει όχι μόνο των Άγιων όλων, αλλά καί των άγιων Αγγέλων. Γι’ αυτό χαιρετίζεται καί τιμάται ως «Τιμιωτέρα των Χερουβείμ καί ενδοξότερα άσυγκρίτως των Σεραφείμ». Μόνο ή Αγία Τριάδα ύπερέχει της Παναγίας. Γι’ αυτό:

α. Κατέχει τα «Δευτερεία της Αγίας Τριάδος».

β. Στήν Αγία Πρόθεση πριν από τους Αγγέλους καί τους Αγίους αίρεται (βγαίνει) μερίδα πρώτα για την Παναγία.

γ. Εορτάζεται κάθε χρόνο περισσότερο από εννέα φορές: (1) 25 Μαρτίου – Ευαγγελισμός (2) 2 Ιουλίου – Κατάθεση άγιας Έ-σθήτος της (3) 15 Αυγούστου – Κοίμηση (4) 33 Αυγούστου – Κατάθεση αγίας Ζώνης της (5) 8 Σεπτεμβρίου – Γενέσιο (6) 28 Όκτωβρίου – Άγία Σκέπη (7) 21 Νοεμβρίου – Εισόδια (8) 9 Δεκεμβρίου -Σύλληψη Άγιας Αννας (9) 26 Δεκεμβρίου – Σύναξη της Πανα-γίας κ.α.

δ. Ή Τετάρτη κάθε Εβδομάδας είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο.

ε. Υπάρχει πλήθος εορτών προς τιμή της ανευρέσεως παλαιών άπωλεσθέντων εικόνων της.

στ. Υπάρχει μέγα πλήθος Εκκλησιών αφιερωμένων στη Χάρη της2.

ζ. Καθιερώθηκαν οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου πού ψάλλονται ολόκληρο το χρόνο, ιδιαίτερα όμως τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως Ακάθιστος Ύμνος με τέσσερις Στάσεις.

η. Ολόκληρος ό Αύγουστος είναι αφιερωμένος στην Παναγία μας: με την Κοίμηση της, τις Παρακλήσεις, τα Μεθεόρτια, τα Έννιάμερα και στις 31 με την κατάθεση της Άγιας Ζώνης με εορτή της Παναγίας τελειώνει το εκκλησιαστικό έτος!

θ. Οί ακολουθίες όλων των εορτών της Εκκλησίας περιέχουν πλήθος τροπαρίων προς τιμή της Παναγίας καί δεν υπάρχει ωδή Κανόνος Αγίου πού να μην καταλήγει σε Θεοτόκιο δηλ. τροπάριο πού υμνεί την Παναγία μας.

Είναι κατά συνέπεια πλήρως δικαιολογημένη ή απεριόριστη ευλάβεια καί τιμή που έχει ό ορθόδοξος Λαός στη Θεοτόκο Παναγία, και ή καταφυγή του στις σωστικές μεσιτείες της προς τον Υίόν της. Καί ό Χριστός, ό Υιός της, πάντοτε εισακούει τίς αιτήσεις της και τις ικανοποιεί. Γι’ αυτό λέγουμε ότι οί πρεσβείες της Παναγίας μας είναι σωστικές και αιτούμενοι την πρεσβεία της λέγουμε ή ψάλλουμε «Ύπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».

 

2. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Οι Άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον άνθρωπο και πριν από τη δημιουργία του ορατού κόσμου. Είναι «Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Έβρ. α’, 14), Ως πνεύματα είναι αυλοί και ασώματοι, δε διακρίνονται σε φύλα, δεν πολλαπλασιάζονται ούτε αποθνήσκουν. Ό αριθμός τους είναι αναρίθμητος και χωρίζονται σε εννέα αγγελικά τάγματα:

Άγγελοι – Αρχάγγελοι – Δυνάμεις

Αρχαί – Έξουσίαι – Θρόνοι

Κυριότητες – Χερουβείμ – Σεραφείμ

Πίστη της Εκκλησίας είναι ότι για κάθε άνθρωπο, Εκκλησία και πόλη υπάρχει Άγγελος φύλακας – προστάτης.

Το έργο των Αγγέλων είναι να υμνούν καί να δοξολογούν τον Θεό ακατάπαυστα καί να πρεσβεύουν σ’ Αυτόν υπέρ των ανθρώπων. Επίσης αποστέλλονται από τον Θεό για να ενισχύουν, να βοηθήσουν ή να σώσουν ατομικά ή ομαδικά τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη. Γενικά, είναι λειτουργοί της Θείας Πρόνοιας καί στίς εμφανίσεις τους, όταν ποτέ συμβεί (Αγγελοφάνειες) προσλαμβάνουν ανθρώπινη μορφή ανδρική, ή νεανική. Ετσι εμφανιζόταν ό Αρχάγγελος Μιχαήλ (στην εποχή κυρίως της Π. Διαθήκης) καί ό Αρχάγγελος Γαβριήλ (στην εποχή της Κ. Διαθήκης)3.

Ή Εκκλησία μας κατεδίκασε τη λατρευτική τους προσκύνηση καί τιμάει τους Αγγέλους όπως καί τους Αγίους:

α. Με γιορτές προς τιμή τους.

β. Αφιερώνοντας τη Δευτέρα κάθε Εβδομάδας υμνολογικό σ’ αυτούς.

γ. Βγάζοντας μερίδα «εις τιμήν καί μνήμην τους» καί μάλιστα αμέσως μετά τη μερίδα της Παναγίας.

δ. Με την ειδική ευχή του Αποδείπνου «Εις φύλακα ‘Αγγελον», τον Παρακλητικό Κανόνα στο φύλακα Άγγελο και άλλο ένα στους Άγιους Αγγέλους.

Με αυτούς τους τρόπους δίδεται αφορμή στους πιστούς να ζητούν τη βοήθεια καί τη μεσιτεία τους.

 

3. Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

«Ενας είναι ό Κύριος, δεύτερη ‘ναι ή Παναγιά, τρίτος ειν’ ό Πρόδρομος,.». Ό άγιος Ιωάννης ό Πρόδρομος ακολουθεί μόνο την Παναγία καί βρίσκεται πάνω από κάθε άλλο Αγιο της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου «…ουκ έγήγερται εν γεν-νητοΐς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού» (Ματ. ια’, 110).

α. Αναγνωρίζεται ως ό μεγαλύτερος των Προφητών όπως αναφέρεται στο Απολυτίκιο του.

β. Υπήρξε Πρόδρομος του Κυρίου καί προετοίμασε ζωντανούς καί νεκρούς, όπως πάλι αναφέρεται στο Απολυτίκιο του, για να δεχθούν τον Χριστό.

γ. Όνομάστηκε καί Βαπτιστής του λαού καί του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό.

δ. Υπήρξε καί Μάρτυρας γιατί αποκεφαλίστηκε επισφραγίζοντας το έργο του με το αίμα του.

ε. Εικονίζεται στα εικονοστάσια των Ναών (τέμπλο) κατά κανόνα αριστερά του Κυρίου.

στ. Ή Εκκλησία βγάζει ειδική μερίδα στην Άγία Πρόθεση στο όνομα του.

ζ. Κάθε Τρίτη είναι υμνολογικά αφιερωμένη στη μνήμη του.

η. Τιμάται ή μνήμη του έξι φορές το χρόνο (1) 7 Ιανουαρίου – Σύναξη (2) 24 Φεβρουαρίου – α’καί β’εύρεση της τιμίας Κεφαλής του (3) 25 Μαΐου – γ’ εύρεση της τιμίας Κεφαλής του (4) 24 Ιουνίου – Γενέθλια (5) 29 Αυγούστου – Απότομη τιμίας Κεφαλής του και (6) 23 Σεπτεμβρίου – Σύλληψη.

 

4. ΑΓΙΟΙΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Οι Αγιοι Απόστολοι εξελέγησαν από τον Κύριο και Τον υπηρέτησαν μέχρι θανάτου. «Εγιναν φορείς της εν Χριστώ άποκαλύψεως, φωτίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα με όλα τα Χαρίσματα καί αποτελούν τα θεμέλια της Εκκλησίας, ή όποια γι’ αυτό καλείται και «Αποστολική». Θεωρούνται ανώτεροι όλων των άλλων Αγίων.

Έκτος από τους δώδεκα Αποστόλους πού αποτέλεσαν το στενό κύκλο των Μαθητών Του, ό Χριστός έδιάλεξε καί άλλους έβδομήκοντα οί όποιοι συμπλήρωναν το έργο των δώδεκα.

Ή Εκκλησία τους τιμά τον καθένα σε ιδιαίτερη ημερομηνία του έτους αλλά καί όλους μαζΐ τους δώδεκα στη Σύναξη των Αγίων Αποστόλων στίς 30 Ιουνίου καί τους Έβδομηκοντά στη Σύναξη των Έβδομήκοντα στίς 4 Ιανουαρίου.

Εχει αφιερώσει υμνολογικό την ημέρα Πέμπτη της Εβδομάδας για να τιμήσει αυτούς για το μεγάλο έργο τους, ένω εξάγει ιδιαίτερη μερίδα στην Ιερά Πρόθεση για τους δώδεκα καί έβδομηκοντα.

 

5. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙΠΑΤΕΡΕΣ

Αποστολικοί λέγονται οι Πατέρες πού αποτέλεσαν την πρώτη μεταποστολική γενιά στην κορυφή της Εκκλησιαστικής Ίεραρχίας. Υπήρξαν Μαθητές των Αποστόλων συνοδοί, αυτόπτες καί αύτήκοοι των Αποστόλων.

Τα γραπτά τους έργα έχουν μεγάλο κύρος, γιατί γράφτηκαν στους χρόνους αμέσως μετά τους Αποστόλους καί διατηρούν πολλές Αποστολικές παραδόσεις.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι:

-Άγιος Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης

-Αγιος Ιγνάτιος, επίσκοπος Αντιοχείας

-Αγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης

-Ό Έρμάς πού έγραψε το έργο «Ποιμήν» καί ό Πάπιας, πού έγραψε το έργον «Λογίων Κυριακών Εξηγήσεις».

 

6. ΟΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Τον τίτλο του Ίσαποστόλου ή Εκκλησία τον απένειμε σε Αγίους πού αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάδοση του Χριστιανισμού.

Τέτοιοι ισαπόστολοι είναι:

-Ή Άγία Φωτεινή ή Σαμαρείτιδα (26 Φεβρουαρίου καί Ε’ Κυριακή από του Πάσχα).

-Ή Άγία Μαγδαληνή ή Μυροφόρα (22 Ιουλίου).

-Οι Άγιοι Θεόστεπτοι Βασιλείς Κων/ντίνος καί Ελένη (21 Μαίου).

– Ή Άγία Θέκλα (24 Σεπτεμβρίου).

-Οι Θεσσαλονικείς Φωτιστές των Σλάβων Κύριλλος καί Μεθόδιος (11 Μαίου).

-Ό Άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός (24 Αυγούστου).

-Ή Άγία Νίνα της Γεωργίας.

-Ό Άγιος Βλαδίμηρος Βασιλιάς των Ρώσων.

-Ή Άγία ΟΛΓΑ κ.α.

 

7. ΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ – ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζονται όσοι από τους κληρικούς της Εκκλησίας, κυρίως Επίσκοποι, διακρίθηκαν για:

-Την αγιότητα του βίου τους, ακολουθώντας πιστά τα ίχνη Χριστού.

-Την Ορθόδοξη διδασκαλία τους. Συστηματικά καί ορθά ερμήνευσαν καί εδίδαξαν την Άγία Γραφή.

-Την κοινή αναγνώριση τους από το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν μέρος στις Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους, αγωνίστηκαν σθεναρά εναντίον των αίρέσεων καί πρωτοστάτησαν στον αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας. Αυτοί συστηματοποίησαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας με τους Όρους, (Δογματικές αποφάσεις), των Οικουμενικών καί Τοπικών Συνόδων, καθώς καί με τους Κανόνες των συγγραμμάτων τους.

 

8. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Οι Χριστιανοί πού διώχτηκαν καί βασανίστηκαν για την πίστη τους στο Χριστό καί τελικά μαρτύρησαν, ονομάζονται Μάρτυρες.

Το μαρτύριο πού είναι αποτέλεσμα ομολογίας της πίστεως στο Χριστό καί την Ορθοδοξία είναι εθελούσια μίμηση του πάθους του Χριστού. Από την πρώτη Εκκλησία θεωρήθηκε ως βάπτισμα, «βάπτισμα δι’ αίματος» καί μάλιστα ανώτερο από το βάπτισμα «δι’ ύδατος». Το μαρτύριο, όταν ό μάρτυρας έχει τίς απαραίτητες προϋποθέσεις σωτηρίας, παρέχει πλήρη άφεση των αμαρτιών.

Μέγα νέφος Μαρτύρων δημιουργήθηκε στους τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού από τους διωγμούς των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, οι όποιοι με δαιμονική μανία εκκίνησαν τον ένα διωγμό μετά τον άλλο εναντίον των Χριστιανών, φέροντες τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα.

Οι Μάρτυρες διακρίνονται σε:

α. Μεγαλομάρτυρες (λόγω αντοχής καί διαρκείας των βασανιστηρίων, λαϊκοί ή κληρικοί).

β. Ίερομάρτυρες (όσοι ήσαν ιερωμένοι).

γ. Όσιομάρτυρες καί Όσιοπαρθενομάρτυρες (άνδρες ή γυναίκες μοναχοί ή ασκητές).

δ. Μάρτυρες (οι λαϊκοί).

ε. Παρθενομάρτυρες (οι νέες πού ζούσαν στον κόσμο).

στ. Νεομάρτυρες (λαϊκοί καί κληρικοί που μαρτύρησαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, μετά από αυτή καί όσοι θα μαρτυρούν μέχρι της συντέλειας του κόσμου.

 

9. ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ

Όσοι ομολόγησαν τον Χριστό, αλλά δεν μαρτύρησαν – είτε γιατί οί διώκτες τους δεν τους βασάνισαν τόσο ώστε να αποθάνουν, είτε γιατί έπαυσαν τη δίωξη τους καί απέθαναν τελικά με φυσικό θάνατο – ονομάζονται Όμολογητές.

Ή Εκκλησία τιμάει τους Όμολογητές βασιζόμενη στη διαβεβαίωση του Κυρίου «Πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αύτω έμπροσθεν του Πατρός μου» (Ματ. ι’, 32).

 

10. ΟΙ ΑΠΟΛΟΓΗΤΕΣ

Ό Χριστιανισμός με την εμφάνιση του ανατάραξε τους θεσμούς της εποχής του καί γι’ αυτό θεωρήθηκε «Ίουδαίοις μεν σκάνδαλον, Ελλησι δε μωρία…» (Α’Κορ. α’, 23) καί κατηγορήθηκε καί διώχθηκε.

Όσοι υπερασπίστηκαν θεωρητικά το Χριστιανισμό καί προέβαλλαν την αλήθεια του μπροστά σε Αυτοκράτορες καί γενικότερα μπρος στην πολιτική ρωμαϊκή εξουσία ή μπρος στην ιουδαϊκή ιεραρχία ονομάστηκαν Απολογητές.

Μετά τους Απολογητές των πρώτων αιώνων, Απολογητές εμφανίστηκαν καί μετά την εξάπλωση του Μωαμεθανισμού καί άνέζησαν στους νεώτερους χρόνους προς απόκρουση των αθεϊστικων κηρυγμάτων.

Οι πιο γνωστοί Απολογητές των πρώτων αιώνων ήσαν οι Αθηναίοι Κοδράτος, Άθηναγόρας καί Αριστείδης, ό Παλαιστίνος Ίουστίνος ό φιλόσοφος καί μάρτυς, Κλήμης ό Άλεξανδρεύς, Ώριγένης καί οί Αφρικανοί Λατίνοι Τερτυλλιανός καί Κυπριανός. Μετά τους διωγμούς απολογητικά έργα συνέγραψαν οι μεγάλοι θεολόγοι Πατέρες του Δ’και Ε’αιώνα.

 

11. ΟΙ ΟΣΙΟΙ

Μετά το τέλος των διωγμών επεκράτησε ή άποψη ότι ή ενάρετη ζωή εν Χριστώ είναι ισάξια με το μαρτυρικό θάνατο. «Ετσι, έφαρμόζοντες το λόγιο «διό εξέλθετε έκ μέσου αυτών καί άφορίσθητε (αποχωριστείτε)» (Β’ Κορ. στ’, 17), πολλοί εγκατέλειπαν τόν κόσμο καί αφιερώθηκαν στον Χριστό εξ ολοκλήρου. Αυτό θεωρήθηκε «μαρτύριο της συνειδήσεως» καί εξομοιώθηκε με το «-μαρτύριον του αίματος». «Μάρτυρες τη βουλήσει άνευ μαστιγών καί διωγμών» (Μέγας Βασίλειος).

Αυτοί είναι οι Μοναχοί, οι Ασκητές καί οι Αναχωρητές, πού έζησαν ή σε Κοινόβια Μοναστήρια ή σε σπηλιές. Αποτέλεσμα της αυστηρής καί ασκητικής αυτής ζωής είναι ή κάθαρση, ό φωτισμός, καί ή χαρίτωσή τους με τίς δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Ή προσφορά τους προς τον κόσμο με τις δεήσεις τους υπέρ  του σύμπαντος κόσμου, τίς ποικίλες θαυματουργικές επεμβάσεις τους, τίς θεόπνευστες συγγραφές τους, τίς όποιες καί σήμερα απολαμβάνουμε καί τους ποικίλους αγώνες τους υπέρ της Όρθοδοξίας, οδήγησε την Εκκλησία στην αναγνώριση τους ως εμπροσθοφυλακής του Σώματός της κατά των εχθρών της πίστεως καί τους τιμάει ως Όσιους καί Θεοφόρους Πατέρες.

Μερικοί από τους επιφανέστερους Όσιους είναι ό Μ. Αντώνιος, ό Παχώμιος, Σάββας ό ήγιασμένος, ό Ευθύμιος, Θεοδόσιος ό Κοινοβιάρχης, Μακάριος ό Αιγύπτιος, Αθανάσιος ό Άθωνίτης κ.λπ.

 

12. ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ

Όλοι όσοι έζησαν προ Χρίστου σύμφωνα με το θειο Νόμο καί με την ελπίδα της έλεύσεως του Μεσσία: Προπάτορες, Θεοπάτορες, Προφήτες, Πατριάρχες, Βασιλείς κ.λπ. λέγονται Δίκαιοι, (δηλαδή Αγιοι προ Χριστού).

***************

1. Όλοι μας πρέπει να εορτάζουμε τη μνήμη του Αγίου μας καί όχι τα γενέθλια μας. (Ή Άγία μας Εκκλησία καθόρισε να τελούνται τρία μόνον γενέθλια: του Χριστού, της Παναγίας καί του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου). Εμείς οί Όρθόδοξοι τιμούμε τον Αγιο μας, τον έχουμε προστάτη, μεσίτη καί βοηθό καί αγωνιζόμαστε να Τον μιμηθούμε, ζώντας με κέντρο πάντοτε τον Θεάνθρωπο Χριστό, δηλ. ζούμε θεανθρωποκεντρικά. Οί Παπικοί ζουν με κέντρο τον άνθρωπο, δηλαδή ανθρωποκεντρικά (εξ καί ό εορτασμός των γενεθλίων), ενώ οι Προτεστάντες (Ευαγγελικοί, Πεντηκοστιανοί κ.λπ.) εορτάζουν τα γενέθλια επειδή δεν έχουν Άγιους. Ή συνήθεια λοιπόν εορτασμού των γενεθλίων ήλθε από τη Δύση και είναι άντορθόδοξη.

2. Στήν Κύπρο προ της εισβολής είχαν καταγραφεί σε βιβλίο οί Ναοί, Παρεκκλήσια, έξωκκλήσια κ.λπ. της νήσου καί οι Αγιοι στους οποίους ήσαν αφιερωμένοι. Την πρώτη θέση κατείχε ή Παναγία.

3. Αρχάγγελος ήταν καί ό Εωσφόρος με το τάγμα των Αγγέλων του. Λόγω όμως της αλαζονείας καί του εγωισμού του θέλησε να γίνει Θεός, με αποτέλεσμα την πτώση του καί τη μετάπτωση των Αγγέλων σε πονηρά καί κακοποιά πνεύματα σε Διάβολο καί Δαίμονες. Από τότε αντιμάχονται τον Θεό καί επιδιώκουν καί την απομάκρυνση του ανθρώπου από το νόμο Του. Τον παρασύρουν στην αποστασία, την απώλεια, την κόλαση, «εις το πυρ το αιώνιον το ήτοιμασμένον τω διαβόλω καί τοις άγγέλοις αυτού» (Ματ, κε’, 41).

Από το βιβλίο «Λατρευτικό Εγχειρίδιο»

Παρασκευή Κολύβων

Τα κόλλυβα αποτελούνται από βρασμένο σιτάρι ανακατεμένο με ξηρούς καρπούς. Συνδέονται με την παλιά παράδοση των Απαρχών. Προσφέρονται στη μνήμη εορταζομένων Αγίων (η παράδοση αυτή τηρείται σήμερα κυρίως στα μοναστήρια) και στη μνήμη των κακοιμημένων αδελφών μας και συμβολίζουν την Ανάσταση την νεκρών.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι παρασκευής σύμφωνα με τις κατά τόπους παραδόσεις. Εμείς θα παραθέσουμε ένα παραδοσιακό τρόπο παρασκευής όπως μας τον παρέδωσε η κ. Π. Μ.

ΥΛΙΚΑ

  • Ένα κιλό σιτάρι,
  • 3/4 κιλού καρύδια και ασπρισμένα αμύγδαλα κομμένα με το μαχαίρι ( τα αμύγδαλα μακρόστενα),
  • Προαιρετικά χρησιμοποιούμε λίγα φουντούκια,
  • 1/2 κιλού σουσάμι καβουρδισμένο και κοπανισμένο,
  • 1/2  κιλού παξιμάδι τριμμένο,
  • Μικρή ποσότητα κανέλλας, γαρύφαλλου, κύμινου, σταφίδες ξανθιές ή μαύρες, λίγα ρόδια, λίγο γλυκάνισο και λίγο ψιλοκομμένο μαϊντανό.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Καθαρίζουμε το σιτάρι, το πλένουμε και το βάζουμε στο νερό για να μουσκέψει από το πρωί ως το βράδυ. Το βράδυ βράζουμε λίγο το σιτάρι (μέσα σε σκεύος ανοξείδωτο και όχι χαλκωματένιο) και τα αφήνουμε μέσα στο νερό όλη τη νύχτα σε ζεστό μέρος.

Το πρωί θα είναι έτοιμο, σκασμένο. Αν τυχόν και κρατάει ακόμα τότε το βράζουμε για λίγο. Προσοχή: Το σιτάρι πρέπει να είναι καλά βρασμένο.

Στη συνέχεια το στραγγίζουμε και το στεγνώνουμε με μια πετσέτα. Ρίχνουμε λίγα – λίγα τα υλικά και τα ανακατεύουμε. Κρατάμε ένα μέρος σουσάμι και φρυγανιάς. Όταν τα τοποθετήσουμε στο δίσκο ρίχνουμε από πάνω το σουσάμι και τη φρυγανιά ώστε να απομονώσουμε τα κόλλυβα και στη συνέχεια ρίχνουμε την ζάχαρη κατά προτίμηση άχνη. Έπειτα διακοσμούμε την επιφάνεια του δίσκου όπως επιθυμούμε. Συνηθίζονται τα καρύδια να είναι χωρισμένα στη μέση και με τα οποία σχηματίζουμε το Σταυρό ή ολόκληρα ασπρισμένα αμύγδαλα με κουφέτα. Οι ποσότητες των υλικών είναι προσωπικό θέμα καθενός.

Καλή επιτυχία!